Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Το «κούρεμα», η πραγματική οικονομία και το μέλλον…


Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος ανταλλαγής των ομολόγων δίνεται όντως μια ευκαιρία στη χώρα μας να επανασχεδιάσει το μέλλον της. Ο δρόμος ο οποίος άνοιξε κρύβει οφέλη, αλλά και κινδύνους για την ελληνική οικονομία. Το κύριο μέλημα είναι η ανάπτυξη, που αποτελεί κορυφαία και προτεραιότητα για τη χώρα.

Ο κίνδυνος τον οποίο θα αντιμετωπίσουμε είναι να το «υφιστάμενο κατεστημένο», να κωλυσιεργήσει σθεναρά στην υλοποίηση του προγράμματος ανασυγκρότησης της χώρας και των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται. Αν αυτό τελικά συμβεί, τότε η χώρα θα επιστρέψει στα γνωστά σενάρια της πτώχευσης και της επιστροφής στο εθνικό νόμισμα με ασύμμετρες συνέπειες για όλους.

Εάν προχωρήσουν οι συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις στη δομή της χώρας τότε οι χρηματοοικονομικές αγορές θα ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους και η Ελλάδα, αλλά και το τραπεζικό της σύστημα θα μπορούν να αντλήσουν εκ νέου δανειακά κεφάλαια. Όλα αυτά βέβαια θα κριθούν μετά την ολοκλήρωση του δευτέρου πακέτου της ευρωπαϊκής στήριξης το 2015.

Η ανάπτυξη εν μέσω ύφεσης και έλλειψης ρευστότητας στον τραπεζικό τομέα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα και ίσως πρωτοφανές στα ευρωπαϊκά χρονικά. Η επιβαλλόμενη δημοσιονομική πειθαρχία στην Ευρωζώνη θα μπορούσε, όπως αναφέρουν οι οικονομολόγοι, να εξισορροπηθεί με την έκδοση «ευρωομολόγων» για τη χρηματοδότηση των έργων της ανάπτυξης σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες αλλά και στη χώρα μας.

Η ελληνική οικονομία ασφυκτιά από την έλλειψη ρευστότητας και θα ήταν δυνατόν  με τα ευρωομόλογα οι ευρωπαϊκοί χρηματοδοτικοί οργανισμοί να την προσφέρουν στις ελληνικές τράπεζες. Αυτές στη συνέχεια, θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αναπτυξιακά και επενδυτικά έργα (όπως υποδομές και ενέργεια) με τη δημιουργία ενός νέου συστήματος αξιολόγησης και εγγυήσεων.

Το νέο Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής της χώρας (2013-2016) προβλέπει πρόσθετες παρεμβάσεις 10,6 δισ. ευρώ. Αυτές θα προέλθουν από την αναδιάρθρωση των φορέων του Δημοσίου και τη μείωση του μισθολογικού τους κόστους, τις περικοπές στις υγειονομικές και φαρμακευτικές δαπάνες, τις επιπρόσθετες περικοπές στις συντάξεις και τα κοινωνικά επιδόματα, στη φορολογική μεταρρύθμιση με τη μείωση των φοροαπαλλαγών και τέλος στον αυστηρό έλεγχο των δαπανών του Κράτους. Άρα αναμένουμε περεταίρω μείωση εισοδημάτων μας και των κρατικών δαπανών που θα ενισχύσουν την ύφεση.


Η επανακεφαλοποίηση των ελληνικών τραπεζών αποτελεί επίσης κρίσιμο ζήτημα. Αν πραγματοποιηθεί με έναν τρόπο που θα «εξασφαλίζει» τους μετόχους, τότε θα εισρεύσουν νέα κεφάλαια και το τραπεζικό σύστημα θα ενδυναμωθεί. Αυτό θα ανοίξει σημαντικές προοπτικές για τις ελληνικές τράπεζες, ώστε με ικανοποιητικούς δείκτες επάρκειας κεφαλαίων, να διαδραματίσουν θετικό ρόλο στην ανάπτυξη της χώρας.

Οι δανειολήπτες, μάλλον θα έχουν ως μόνη λύση τη διευθέτηση των οφειλών τους από τα προγράμματα που ανακοινώνει η κάθε ελληνική τράπεζα και δεν πρέπει να ελπίζουν σε κάποιο «κούρεμα» των οφειλών τους, ιδιαίτερα με τη σημερινή κατάσταση των τραπεζών. Οι καταθέτες με τη σταδιακή ανάκτηση της εμπιστοσύνης των τραπεζών, θα επαναφέρουν τις καταθέσεις τους στις ελληνικές τράπεζες από τα «σεντούκια» ή το εξωτερικό αυξάνοντας τις δυνατότητες τους για χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Η μείωση των επιτοκίων δανεισμού των ελληνικών τραπεζών και η αποκλιμάκωση των επιτοκίων καταθέσεων, θα οδηγήσουν μεσομακροπρόθεσμα και στη μείωση των επιτοκίων δανεισμού και ανακεφαλαιοποίησης των παλαιών δανείων, κυρίως για τις επιχειρήσεις. Η σταδιακή κερδοφορία των τραπεζών, θα τις επιτρέψει να αποπληρώσουν και τα κεφάλαια, που άντλησαν από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και θα οδηγήσει σταδιακά στην απεξάρτησή τους από την ΕΚΤ.

Η Ελλάδα θα έχει το 2015 τρεις επιλογές: να επιστρέψει στις αγορές, να λάβει και τρίτο δάνειο από τους εταίρους δανειστές μας με την προϋπόθεση ότι εφήρμοσε το Μνημόνιο και τέλος να προβεί σε μονομερή αναδιάρθρωση του χρέους. Ο χρόνος είναι αρκετός, αλλά δεν μας επιτρέπει κανένα περιθώριο για παλινωδίες και καθυστερήσεις εφαρμογής των όσων έχουν συμφωνηθεί με τους εταίρους-δανειστές μας, καλώς ή κακώς.

 Στην ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ η οποία κυβερνά, αλλά και σε όλους εμάς τους απλούς πολίτες, εναπόκειται η ευθύνη να υπερβούμε την κρίση και να θέσουμε τις βάσεις υγιούς αναπτυξιακής πορείας της χώρας μας. Είναι δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο αν καταφέρουμε να εγκαταλείψουμε οριστικά και αμετάκλητα τις νοοτροπίες και τις πρακτικές του παρελθόντος. Και αυτό το οφείλουμε όχι μόνο στον εαυτό μας, αλλά και στη νέα γενιά των παιδιών μας. 

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Ανάπτυξη, Ανάπτυξη, Ανάπτυξη ...



Η ολοκλήρωση του PSI «εξαλείφει μια πηγή ανησυχίας» και επιτρέπει στην Ελλάδα να επικεντρωθεί στην ανάπτυξη της οικονομία της, δήλωσε ο γενικός γραμματέας του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, κ. Ανχέλ Γκουρία. Όλοι οι Έλληνες πολιτικοί έχουν λάβει το μήνυμα και συνεχώς ομιλούν για την «ανάπτυξη» και την  επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας, ο καθένας βέβαια μέσα από τη δική του πολιτική πλατφόρμα και στόχους.  

Η ανάπτυξη της χώρας, απαιτεί να ληφθούν οι απαραίτητες  οι πρωτοβουλίες, ώστε να αξιοποιήσουμε άμεσα τα χρήματα από το ΕΣΠΑ, να μειωθεί η γραφειοκρατία για τις επενδύσεις, να αλλάξει η ψυχολογία της αγοράς, να ξεκινήσει η εξωστρέφεια και επιτέλους η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Σε μία όμως αγορά που «βομβαρδίζεται» καθημερινά από αντιφατικές ειδήσεις και «λειτουργεί» υπό τη σκιά του τι θα συμβεί την επαύριον, αυτό δεν μπορεί να συμβεί.

Η ύφεση της ελληνικής οικονομίας έφτασε το 2011 στο 7% και η ανεργία το 21%. Τα δεδομένα αυτά από μόνα τους υποδηλώνουν ότι η δυνατότητα να βελτιωθεί άμεσα η αγοραστική δύναμη της πλειονότητας των πολιτών είναι αδύνατο, να πεισθούν όμως οι έχοντες τα οικονομικά μέσα να καταναλώσουν, είναι εφικτό. Αυτό όμως δεν είναι από μόνο του αρκετό.

Με τις συμφωνίες που έχουμε υπογράψει και αποδεχθεί γνωρίζουμε πού θα πάμε, συμφωνήσαμε ότι αυτός είναι ο δρόμος που θα ακολουθήσουμε, αρκετά δύσκολος και κακοτράχαλος, αλλά σήμερα δεν υπάρχει άλλος. Οι σχεδιαστές του όμως είναι ξένοι τεχνοκράτες που απέχουν παρασάγγας  από τη νοοτροπία και την κουλτούρα του ελληνικού λαού. Και στο σημείο αυτό αρχίζει το έργο των Ελλήνων Πολιτικών, οι οποίοι σύντομα θα διεκδικήσουν τη ψήφο του ελληνικού λαού.

Η προσεχή εκλογική αναμέτρηση θα κριθεί από το ποια πολιτική παράταξη θα καταφέρει να πείσει το λαό ότι μπορεί να καταθέσει και να εφαρμόσει ένα αξιόπιστο, ρεαλιστικό και «εφικτό» σχέδιο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Απαιτούνται καθαρές λύσεις και ξεκάθαρος μακρόπνοος ορίζοντας ανάπτυξης μακράν από τα μικροκομματικά συμφέροντα που τόσο ταλαιπώρησαν τον τόπο.

Ανάπτυξη όχι ως μία ακόμη ενδιαφέρουσα λέξη για τα πολιτικά λεξιλόγια, αλλά «ανάπτυξη» με προοπτική και σχέδιο. Θα πρέπει να αναφερθούν οι τομείς της οικονομίας που θα ενταχθούν στο σχέδιο και οι τρόποι που αυτοί θα βοηθηθούν από προγράμματα και δράσεις του Κράτους αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δε σχέδιο να καταρτιστεί από έλληνες τεχνοκράτες που γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες της οικονομίας, των επιχειρηματιών, των φορέων και του κρατικού μηχανισμού.

Διαφορετικά θα χαθούμε στο δαίδαλο των μονοπατιών και θα χάσουμε το δρόμο της ανάπτυξης, μαζί δε με αυτόν την ελπίδα για το παρόν, αλλά και το μέλλον αυτού του σκληρά δοκιμαζόμενου, αλλά ακόμη καρτερικού ελληνικού λαού.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

H δημιουργία επενδυτικής αναπτυξιακής τράπεζας


H επιστροφή της Ελλάδας σε ρυθμούς ανάπτυξης είναι βασική προϋπόθεση, όχι μόνο για την αντιμετώπιση της ανεργίας, αλλά και για την επίτευξη των στόχων του δευτέρου προγράμματος σταθερότητας για την Ελλάδα, ως προς τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Το ομολογούν, άλλωστε, ολοένα και περισσότεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και πολιτικοί, διεθνείς αναλυτές και οικονομικά ΜΜΕ.

Η παροχή ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, οι δράσεις για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και η αξιοποίηση των αναπτυξιακών εργαλείων που έχει ήδη στη διάθεσή του το ελληνικό κράτος, όπως το Ταμείο Επιχειρηματικότητας και το ΕΣΠΑ, είναι βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η αναγκαιότητα δημιουργίας μιας επενδυτικής αναπτυξιακής τράπεζας, η οποία θα στήριζε τις ελληνικές επιχειρήσεις που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν εντός και εκτός Ελλάδας είναι σήμερα όσο ποτέ άλλοτε αναμφισβήτητη. Ωστόσο, καμιά ουσιαστική πρόοδος δεν έχει σημειωθεί, ούτε υπάρχει συγκεκριμένη επίσημη πληροφόρηση για την πορεία του  σχεδιασμού, πόσο μάλλον για τον πιθανό χρόνο έναρξης της λειτουργίας της.

Η Ελληνική Επενδυτική Τράπεζα, έχει «σκαλώσει» στα γρανάζια της ελληνικής κρατικής γραφειοκρατίας, η οποία όμως έχει συστήσει για το σκοπό αυτό ειδική ομάδα που αποτελείται από το ΥΠΑΑΝ, την ΕΤΕπ, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Task Force και τη Γερμανική Τράπεζα Επενδύσεων (KfW). Προϋπόθεση για τη δημιουργία Επενδυτικής Τράπεζας στη χώρα μας, αποτελεί η ίδρυση των 2 εγγυοδοτικών Ταμείων για τις ΜμΕ και τα μεγάλα έργα, που θα ολοκληρωθεί μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων με την ΕΤΕπ.

Αναφορικά με τα ταμεία εγγυήσεων, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η ελληνική κυβέρνηση σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υπό τους αρμόδιους Επιτρόπους κ.κ. Ρεν και Χαν, και την Task Force υπό τον κ. Ράιχενμπαχ, προωθεί από το Φθινόπωρο του 2011 τη δημιουργία τους υπό την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, με στόχο να δοθούν άμεσα εναλλακτικές λύσεις στο σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας και χρηματοδότησης που αντιμετωπίζουν οι ΜΜΕ και τα μεγάλα έργα στην χώρα μας. Από τότε ουδέν νεώτερον!!

Η χώρα μας έχει από καιρό ξεπεράσει χρονικά τις εξαγγελίες και τη σύσταση επιτροπών για τα σοβαρά θέματα που απασχολούν τον ελληνικό λαό. Σήμερα απαιτούνται άμεσα λύσεις και πράξεις. Η δημιουργία της Ελληνικής Επενδυτικής Τράπεζας είναι το «κλειδί» για την ανάπτυξη της χώρας και ιδιαίτερα της Περιφέρειας. Η ίδρυσή της, και μάλιστα εκτός Αθηνών, καθώς και η αξιοκρατική στελέχωσή της θα την επιτρέψουν να ανταποκριθεί στο έργο που της αναλογεί για τη επίτευξη των στόχων της χώρας. Όλοι οι αρμόδιοι κρατικοί και μη παράγοντες οφείλουν να κινηθούν άμεσα για τη δημιουργία της. Δυστυχώς ο χρόνος μας τελειώνει και η αναπτυξιακή πορεία της χώρας, αποτελεί τη μοναδική λύση επιβίωσης, σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και αδηφάγο οικονομικά διεθνές περιβάλλον.