Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Το μετέωρο βήμα των μεταρρυθμίσεων…



Είναι αναμφισβήτητο ότι η Ελλάδα χρήζει εκσυγχρονισμού σε πολλούς τομείς του Δημοσίου αλλά και του Ιδιωτικού Τομέα της Οικονομίας. Το βασικό όμως πρόβλημα της χώρας είναι, το πως αντιμετωπίζονται οι αναγκαίες αυτές μεταρρυθμίσεις από τους διάφορους φορείς της, όπως είναι οι πολιτικές παρατάξεις, οι εκπρόσωποι εργοδοτών, εργαζομένων και παραγωγικών τάξεων, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και οι απλοί πολίτες. Είναι γεγονός ότι όλοι συμφωνούνε, πως η κατάσταση «δεν πάει άλλο» και οφείλουμε να πραγματοποιήσουμε τις αναγκαίες αλλαγές στη δομή και τον προσανατολισμό της χώρας.

Η αντίληψη για το ποιές είναι οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και πως αυτές θα πρέπει να υλοποιηθούν, είναι το βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των ίδιων των  φορέων, αλλά και των πολιτών. Αυτό προέρχεται από τη διαφορετική βάση εκκίνησης του κάθε ενός από τους εμπλεκόμενους, ατομικά αλλά και συλλογικά. Δυστυχώς ο κάθε ένας, ανάλογα με τη θέση του στην κοινωνία, τοποθετεί ως βάση το ατομικό, το ομαδικό, το τοπικό, το συνδικαλιστικό, το εργοδοτικό, το παραταξιακό και το όποιο άλλο συμφέρον εκτός από το εθνικό ή συλλογικό συμφέρον της χώρας, στο οποίο όλοι, λένε ότι αποβλέπουν στο τέλος.

Η κατάσταση όσο και αν φαίνεται περίπλοκη και ίσως αδιέξοδη, εντούτοις εμπεριέχει και τη λύση. Για να βρεθεί η συνισταμένη μεταξύ όλων αυτών των απόψεων οι οποίες πολλές φορές είναι και εκ διαμέτρου αντίθετες εξυπηρετώντας αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα θα πρέπει να ξεκινήσουμε από μία άλλη  εντελώς διαφορετική βάση. Αντί να προσπαθούμε να συγκεράσουμε τις απόψεις, θα πρέπει να καθορίσουμε το στόχο και μετά να μιλήσουμε για στρατηγικές και τακτικές ενέργειες και μεταρρυθμίσεις, οι οποίες απαιτούνται να γίνουν. Μόνο  με αυτό τον τρόπο η χώρα έχει την ελπίδα, μελλοντικά να αναζωογονηθεί.

Αρκετοί θα ισχυριστούν ότι τα περιθώρια θέσης στόχων είναι περιορισμένα λόγω της ένταξης μας στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και λόγω των μνημονίων τα οποία έχει υπογράψει η χώρα με τους δανειστές μας. Στη «Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» λέει η ρήση και αυτή είναι πραγματικότητα. Η απόφαση ανήκει αποκλειστικά στους πολίτες οι οποίοι οφείλουν να αποφασίσουν με καθολική ψηφοφορία τι επιλέγουν, αλλά με σαφή γνώση για το τι ακριβώς ψηφίζουν. Άρα θα πρέπει ο λαός να τεθεί εμπρός των ευθυνών του και να αποφασίσει ο ίδιος, τι ακριβώς θέλει και πως το επιθυμεί. 

Αυτό απαιτεί οι ελληνικές πολιτικές παρατάξεις, οι οποίες διεκδικούν τη ψήφο των πολιτών να παρουσιάσουν ένα ρεαλιστικό και εφικτό πρόγραμμα για το πώς αντιλαμβάνονται το μέλλον της χώρας και παραθέτοντας τους στόχους, τις στρατηγικές και τακτικές οι οποίες απαιτούνται για την εφαρμογή του. Το εγχείρημα δεν είναι δύσκολο, όπως ίσως φαίνεται αρχικά, διότι η χώρα διαθέτει ευτυχώς πληθώρα λαμπρών επιστημόνων, οι οποίοι είναι σε θέση να σχεδιάσουν και να προτείνουν πολλά εναλλακτικά προγράμματα, ανάλογα με τις θέσεις της κάθε πολιτικής παράταξης και των φορέων οι οποίοι την ακολουθούν.

Εάν αυτό γίνει πραγματικότητα τότε ο ελληνικός λαός θα έχει την ευθύνη να αποφασίσει και να αποδεχτεί πλήρως τις συνέπειες της όποιας απόφασής του. Αν αυτό δεν υλοποιηθεί η χώρα θα ταλανίζεται από τα διάφορα αιτήματα και τις αντιδράσεις ομάδων πολιτών, οι οποίοι θίγονται από τις μεταρρυθμίσεις και τις συνέπειες τους, χωρίς να γνωρίζουν αν αυτό γίνεται για το συνολικό όφελος ή επειδή εξυπηρετεί τα συμφέροντα μια άλλης πιο ισχυρής ομάδας από τι δική τους. Αν η άποψη αυτή επικρατήσει, γεγονός σύνηθες σε περιόδους οικονομικής κρίσης, θα δημιουργήσει διαρκώς αυξανόμενες τάσεις διαμαρτυρίας.

Η πρωτοβουλία ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική και οικονομική ελίτ η οποία κυβερνά τις τύχες αυτού του τόπου. Οι δείκτες ανεργίας, ύφεσης, πτώσης των εισοδημάτων και γενικά της φτωχοποίησης του λαού αποτελούν το πρώτο ηχηρό καμπανάκι. Οι μεταρρυθμίσεις όπως εφαρμόζονται ή μάλλον δεν υλοποιούνται, δεν επιτυχαίνουν τους τεθέντες στόχους, άρα απαιτείται η όποια αναθεώρησή τους. Αντί να αναμένουμε από τους δανειστές να μας τις επιβάλλουν, δεν είναι σαφώς καλύτερο να τις επιλέξουμε και να τις προτείνουμε εμείς οι ίδιοι. Ιδέες και επιστήμονες υπάρχουν, αναμένει να δούμε αν θα υπάρξει θέληση.

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΕΡΓΟΙ Ή ΑΝΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ…



Αρκετοί κυβερνητικοί παράγοντες εμφανίζονται να πιστεύουν ότι με την επιλεκτική χρησιμοποίηση και αξιοποίηση οικονομικών γεγονότων, αλλά και αριθμών θα συνεισφέρουν  στην επανεκκίνηση της ελληνικής οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό υπερθεματίζεται η πτώση των spreads στα ελληνικά ομόλογα, η αξιοποίηση των αδρανών τραπεζικών καταθέσεων ή και η ισχνή εισροή αποταμιεύσεων στο τραπεζικό σύστημα από το εξωτερικό ή από σεντούκια ή από άλλα σημεία φύλαξης.

Οι ίδιοι κυβερνητικοί παράγοντες κωφεύουν δυστυχώς με τα προβλήματα της πραγματικής  οικονομίας όπως η ανεργία, ιδίως των νέων, η ύφεση, η μείωση των εισοδημάτων και η υπερφορολόγηση όχι μόνο των εισοδημάτων, αλλά και των κινητών αλλά και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων. Είναι δυνατόν να φαντάζεται κανείς αναθέρμανση της οικονομίας σε ένα περιβάλλον, όπου οι κανόνες της οικονομίας είναι συνεχώς ευμετάβλητοι, οι τράπεζες βρίσκονται σε χρηματοδοτική αδράνεια, οι επιχειρηματίες προσφεύγουν στο άρθρο 99 για να μη πληρώσουν και πολλές επιχειρήσεις και βιοτεχνίες εξακολουθούν να βάζουν λουκέτο.

Η ανάπτυξη σημαίνει επενδύσεις και αύξηση της ζήτησης με την εσωτερική κατανάλωση, αλλά κυρίως με τις εξαγωγές. Είναι ζητήματα στα οποία η χώρα δεν έχει να επιδείξει τίποτε άλλο εκτός από «μεγάλα λόγια». Οι δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες και αποτελούν το μοχλό της ανάπτυξης σε περιόδους ύφεσης και κρίσης έχουν τελματώσει, οι αποκρατικοποιήσεις έχουν χαθεί στη λαίλαπα της γραφειοκρατίας και της πολυνομίας. Η ελληνική παραγωγή έχει συρρικνωθεί και όποιες εξαγωγές εμφανίζονται αποτελούν αστραπές εν μέσω κακοκαιρίας.

Η εφαρμογή των προγραμμάτων λιτότητας  με την τελευταία αφαίμαξη του περιβόητου πακέτου των 13,5 δις ευρώ το οποίο ψήφισε η Βουλή άρχισε να γίνεται αισθητή στους μισθωτούς και συνταξιούχους. Σε λίγο θα ξεκινήσει το δεύτερο κύμα με την επιβολή του φόρου ακίνητης περιουσίας σε συνδυασμό με την αντίστοιχη κινητή η οποία υπερφορολογείται ήδη. Έχει αναλογιστεί κανείς από τους κυβερνητικούς παράγοντες, αν τα περισσότερα ελληνικά νοικοκυριά θα είναι σε θέση να ανταποκριθούν στη νέα φορολογική λαίλαπα με μειωμένα εισοδήματα;

Δυστυχώς κανείς δεν είναι σε θέση να αναδείξει έστω μια ρεαλιστική και εφικτή λύση στο πρόβλημα της κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ταλανίζεται από τις εθνικές προτεραιότητες και τα συμφέροντα της κάθε χώρας μέλους και της δυνατότητας την οποία έχει για να τα υποστηρίξει. Η Ελλάδα βασανίζεται από έλλειψη στρατηγικής για έξοδο από την κρίση, γιατί μεγάλα οικονομικά αλλά και πολιτικά συμφέροντα αγωνίζονται να κρατήσουν τα «κεκτημένα» τους πάση θυσία και κυρίως εις βάρος των πολλών αλλά και των μη προνομιούχων πολιτών.

Η ευθύνη είναι όμως όλων μας και ιδιαίτερα εκείνων οι οποίοι έχουν τη γνώση, ώστε να βοηθήσουν για την έξοδο από την κρίση. Όλους αυτούς τους ακαδημαϊκούς πολίτες (με τίτλους), οι οποίοι βλέπουν γύρω τους τα πάντα να καταρρέουν, αλλά δεν συγκινούνται γιατί απλούστατα τα «καταφέρνουν» μέχρι σήμερα ή έχουν άλλες εναλλακτικές λύσεις (μετακίνηση στο εξωτερικό). Είναι αυτοί οι οποίοι διαχρονικά επέτρεψαν ή και συνετέλεσαν στη λεηλασία και την καταστροφή αυτού του τόπου, κύρια με την ανέχειά τους και σήμερα αποδέχονται ή αδιαφορούν για τις λύσεις οι οποίες οδηγούν στη συνεχή εξαθλίωση ενός συνεχώς αυξανόμενου πλήθους Ελλήνων Πολιτών.  

Στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα, εκτός αν οι πολίτες ξεχάσουν το βασικό ρόλο του «ενεργού πολίτη» και παραμένουν εντελώς αδρανείς. Η εφαρμοζόμενη επικοινωνιακή πολιτική, επέτυχε στο ρόλο της, να κρατά δηλαδή τους πολίτες άπραγους και καθηλωμένους με τη στρατηγική  της μόνης αποδεκτής και εφικτής εφαρμοζόμενης λύσης. Δυστυχώς οι λοιπές λύσεις οι οποίες έχουν προταθεί, από διάφορα κέντρα ή πολιτικούς σχηματισμούς, στερούνται όλων εκείνων των απαραίτητων στοιχείων, τα οποία θα τις επέτρεπαν να είναι ουσιαστικές και  εφαρμόσιμες με λιγότερο κόστος για τους απλούς πολίτες.

Θα αναρωτηθεί κανείς πράγματι δεν υπάρχει άλλη αποδεκτή, ρεαλιστική και εφαρμόσιμη λύση στην κρίση και στο ελληνικό πρόβλημα. Σαφώς και υπάρχει. Για να μπορέσει όμως ο έχων τη γνώση, να προτείνει την οποιαδήποτε λύση ή λύσεις θα πρέπει να γνωρίζει τα πραγματικά στοιχεία και τις δεσμεύσεις τις οποίες έχει αναλάβει η χώρα, γεγονός το οποίο είναι αδύνατο να συμβεί στην Ελλάδα του σήμερα. Η χώρα χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο από το ΔΝΤ αλλά και από τους εταίρους (δανειστές) μας, για να εξετάσουν τις νέες μεθόδους συνέχισης του άκρατου φιλελευθερισμού χωρίς κανόνες και όρια σε ολόκληρη την υφήλιο.

Για να βρεθούν οι λύσεις οφείλουμε όλοι, να γίνουμε ξανά «ενεργοί πολίτες» και να ανακτήσουμε την ευθύνη της πορείας του μέλλοντός μας με την αποφυγή των λαθών και παραλείψεων του παρελθόντος. Να ασκήσουμε το δημοκρατικό μας δικαίωμα σε κάθε σύλλογο, οργάνωση, ένωση, ομοσπονδία, τοπική αυτοδιοίκηση και στους εκπροσώπους μας του Κοινοβουλίου με τη διαύγεια οι οποία απαιτείται. Μόνο όταν επιλέξουμε τους «αρίστους» και όχι τους «αρεστούς» έχουμε την ελπίδα να δούμε αυτή τη χώρα να ανατάσσεται και να έχει μέλλον. Το οφείλουμε αρχικά στους εαυτούς μας, αλλά κυρίως στους νέους και στις μελλοντικές γενεές, οι οποίες δεν πρέπει να πληρώσουν τα δικά μας λάθη και τις εξίσου λαθεμένες επιλογές μας, ένεκα των νοοτροπιών του ατομικού, συντεχνιακού, ομαδικού, τοπικού, ή και πολιτικού (παραταξιακού) συμφέροντος, σε βάρος του συνόλου, οι οποίες καλλιεργήθηκαν επισταμένα στο πρόσφατο παρελθόν.