Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα…



Αποτελεί την κύρια επωδό όλων των πολιτικών, φορέων και λοιπών παραγόντων δημοσίων και ιδιωτών, η ανασύσταση του ελληνικού φορολογικού συστήματος με νέο το οποίο θα πατάσσει τη φοροδιαφυγή, θα κατανέμει δικαιότερα τα φορολογικά βάρη, και θα διευρύνει τη φορολογική βάση. Οι προτάσεις είναι ποικίλες και στις περισσότερες εκφράζεται η αναγκαία ωφελιμότητα για τον κλάδο της οικονομίας ή τον φορέα ο οποίος τη συντάσσει. Η τελική απόφαση σαφώς θα βαρύνει την πολιτική ομάδα η οποία κυβερνά και θα πρέπει να εισηγηθεί στη Βουλή των Ελλήνων το νέο φορολογικό σύστημα.

Επειδή άπαντες θέτουν ως βασική προϋπόθεση το «δίκαιον», ας το αναλύσουμε απλά το τι σημαίνει. Ακόμη και το Σύνταγμά μας αναφέρει, ότι ο κάθε Έλληνας πολίτης συμβάλλει στα φορολογικά έσοδα ανάλογα με τα περιουσιακά του στοιχεία. Άρα το πρόβλημα δεν είναι να θεσπισθεί  η φορολογική κλίμακα, αλλά να είναι δυνατή η αναγνώριση των εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων ενός εκάστου ώστε να φορολογηθεί αναλογικά. Καταλήγουμε δηλαδή στο βασικό συμπέρασμα ότι το Κράτος, αδυνατεί να φορολογήσει δίκαια τους πολίτες, επειδή δεν δύναται να υπολογίσει επακριβώς τα εισοδήματά τους.

Η αδυναμία αυτή του Κράτους έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση διαφόρων μεθόδων για να την καλύψει. Οι δύο βασικότερες είναι το «πόθεν έσχες» και τα «τεκμήρια διαβίωσης». Εκ των δύο αυτών φορολογικών μεθόδων υπολογισμού του εισοδήματος σαφώς η πρώτη είναι η πλέον δίκαιη, ενώ η δεύτερη είναι παντελώς αυθαίρετη και άδικη αποσκοπώντας αποκλειστικά στην αύξηση των δημοσίων φορολογικών εσόδων. Είναι όμως απορίας άξιον γιατί η πρώτη μέθοδος, ως η πλέον δίκαιη εκ των δύο δεν υιοθετείται από το Κράτος, αλλά χρησιμοποιείται επιλεκτικά και εντελώς επιφανειακά.

Το Ελληνικό Κράτος ανήκει στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, αλλά παράλληλα είναι και μέλος του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, το οποίο επηρεάζει σαφώς το φορολογικό του καθεστώς. Ανάλογα με τις επιλογές της εκάστοτε Κυβέρνησης, η φορολογία δύναται να προσελκύσει ή και να απομακρύνει το επιχειρηματικό κεφάλαιο από τη χώρα, διότι το τελευταίο ενεργεί με αποκλειστικό σκοπό το κέρδος. Είναι σήμερα αναγκαίο η πολιτική ελίτ η οποία κυβερνά, να εξετάσει το ευρύτερο ευρωπαϊκό, αλλά ιδιαίτερα  το φορολογικό περιβάλλον των γειτονικών χωρών, ώστε να καταλήξει στις τελικές αποφάσεις της.

Το «δίκαιο» φορολογικό σύστημα οφείλει να είναι απλό και κατανοητό από τους πολίτες και να συλλαμβάνει και να τιμωρεί αυστηρά τη φοροδιαφυγή. Η σοβαρή κρίση την οποία αντιμετωπίζει η χώρα απαιτεί ιδιαίτερα την πάταξη της φοροδιαφυγής και αναδρομικά, ώστε να «πληρώσουν» και όλοι, οι οποίοι στο παρελθόν φοροδιέφυγαν σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Η μεθοδολογία και η τεχνολογία υπάρχουν και είναι γνωστές στους ιθύνοντες του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά το θέμα είναι γιατί δεν αξιοποιούνται τελικά. Ο λόγος βέβαια είναι ξεκάθαρος και η ευθύνη ανήκει πλήρως στο πολιτικό σύστημα. 

Δεν απαιτούνται μαγικές λύσεις για τη δημιουργία ενός δίκαιου φορολογικού συστήματος, αλλά απαιτείται θέληση και σύγκρουση με ομάδες συμφερόντων, οι οποίες αποτελούν την εκλογική πελατεία των πολιτικών παρατάξεων. Η υιοθέτηση καθολικού «πόθεν  έσχες» με πλήρη διασταύρωση στοιχείων από τις δηλώσεις, τις τράπεζες, τα υποθηκοφυλακεία και άλλες πηγές θα μπορούσε να είναι το πρώτο βήμα. Στη συνέχεια ο έλεγχος από την κεφαλή του Ελληνικού Κράτους, την Κυβέρνηση, τη Βουλή, τους Αιρετούς και όλους τους Έλληνες Πολίτες σε βάθος μιας ή και δύο δεκαετιών θα ενίσχυε το περί δικαίου αίσθημα.

Το Σύνταγμα αναφέρει ότι όλοι οι Πολίτες είναι ίσοι απέναντι του νόμου. Άρα η θέσπιση ενιαίας φορολογικής κλίμακας εισοδήματος για όλους είναι αναγκαία, ίσως με σχετική έκπτωση φόρου για μισθωτούς και συνταξιούχους οι οποίοι προκαταβάλουν το φόρο μηνιαίως. Η κλίμακα φορολόγησης των επιχειρήσεων οφείλει να εξετάσει το ευρωπαϊκό επιχειρηματικό φορολογικό περιβάλλον, ώστε να μην αποτελεί αντικίνητρο για επενδύσεις στη χώρα. Το αντίστοιχο ισχύει και στη φορολόγηση της περιουσίας ενός εκάστου με βάση την «πραγματική αξία» της και όχι την υποκειμενικά πλέον «αντικειμενική».

Όσο απλό είναι να δημιουργήσεις ένα «δίκαιο» φορολογικό σύστημα, τόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπιστεί η φοροδιαφυγή, η οποία έχει εξελιχθεί σε υψηλά επίπεδα για τη χώρα. Ο τρόπος υφίσταται και λειτουργεί αποτελεσματικά με την ποινικοποίησή της σε πολλές χώρες και συγχρόνως με την αυστηρή τιμωρία των φοροφυγάδων, ώστε όλοι οι πολίτες να παραδειγματιστούν. Είναι εμφανές, ότι η ύπαρξη ενός δικαίου φορολογικού συστήματος είναι ευθύνη της Κυβέρνησης και των ήδη εκλεγμένων αντιπροσώπων στη Βουλή και αν δε τελικά το επιτύχουν, θα κάνουν την υπέρβαση και το καθήκον τους για τη χώρα τους.

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Γιατί η Ελλάδα είναι εχθρική στις επενδύσεις!!!



Η πρόσφατη φυγή δύο εκ των μεγαλυτέρων ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό, με τη μεταφορά της έδρας τους, επανέφερε στην επιφάνεια ένα βασικό πρόβλημα της χώρας το οποίο είχε εμφανισθεί και στο παρελθόν με την αποχώρηση μεγάλων πολυεθνικών ομίλων. Οι μετακινήσεις αυτές εκτός από τις οικονομικές τους επιπτώσεις παράλληλα στιγματίζουν την Ελλάδα ως εχθρική χώρα για επενδύσεις στις παγκόσμιες αγορές.

Αν επίσης σε αυτό προσθέσουμε και τις εμμονές της τρόικας, οι οποίες έχουν οδηγήσει σε απεμπόληση εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και συνεχίζουν με περεταίρω τάσεις «φιλελευθεροποίησης», όπως την ονομάζουν της αγοράς ή κοινώς «κατάργησης όλων των κανόνων» το πρόβλημα οξύνεται σε μεγάλο βαθμό. Άρα καταλήγουμε στο προφανές συμπέρασμα από την εμπειρία μας στο επενδυτικό ελληνικό τοπίο, ότι το κόστος εργασίας δεν είναι ανάμεσα στους παράγοντες οι οποίοι εμποδίζουν τις επενδύσεις στην Ελλάδα, ούτε φυσικά οι συλλογικές ή κλαδικές συμβάσεις εργασίας.

Βασικός παράγοντας είναι η οικονομική ύφεση η οποία έχει μειώσει σε σημαντικό βαθμό το εισόδημα των νοικοκυριών και αντίστοιχα την κατανάλωση και την φοροδοτική τους ικανότητα. Κατά συνέπεια τα έσοδα των ιδιωτικών εταιριών, ιδιαίτερα εκείνων με διεθνή προσανατολισμό έχουν μειωθεί σε τέτοιο βαθμό ο οποίος σε συνδυασμό με τις αρνητικές προοπτικές για την πορεία της κατανάλωσης τα επόμενα έτη, τις οδηγεί σε αποφάσεις αποεπένδυσης ή αποφυγής οιασδήποτε επένδυσης. Αντίστοιχα όμως και τα δημόσια φορολογικά έσοδα φθίνουν ως συνέπεια της ύφεσης στην οικονομία.

Η μεταβολή της Ελλάδας από ισότιμο εταίρο σε δανειολήπτη, σε συνδυασμό με άστοχες πολιτικές δηλώσεις και κινήσεις πολιτικών αξιωματούχων για αδιευκρίνιστους ακόμη λόγους, είχαν ως αποτέλεσμα να απολέσει πλήρως η χώρα την αξιοπιστία της στο εξωτερικό. Οι συνέπειες από την απώλεια αυτή είναι σημαντικές κυρίως στις ελληνικές επιχειρήσεις οι οποίες εισάγουν αγαθά από το εξωτερικό. Οι ξένοι προμηθευτές ζητούν την  προπληρωμή των παραγγελιών και οι εγγυητικές των ελληνικών τραπεζών έχουν πρόβλημα αποδοχής στις αγορές του εξωτερικού.

Το ελληνικό φορολογικό σύστημα αποτελούσε στο παρελθόν και συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη δημιουργία του εχθρικού επενδυτικού κλίματος. Οι συνεχείς αλλαγές των φορολογικών νόμων και των ερμηνευτικών τους διατάξεων, σε συνδυασμό με τις έκτακτες εισφορές δεν επιτρέπουν την εκπόνηση ενός ουσιαστικού μακροχρόνιου επιχειρηματικού σχεδίου. Επίσης το ισχύον θεσμικό πλαίσιο πολλές φορές αντιμετωπίζει τις περισσότερες συναλλαγές με τις θυγατρικές των ελληνικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό ως  «κινήσεις φοροδιαφυγής».

Η άκαμπτη και «γραφειοκρατική» στάση των ελληνικών δημοσίων αρχών συντελεί σημαντικά στη διαμόρφωση του εχθρικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η εικόνα αυτή ενισχύεται από το δαιδαλώδες σύστημα αδειοδοτήσεων και της σύγχυσης από τη συνεχή επικάλυψη αρμοδιοτήτων στους περισσότερους τους φορείς της δημόσιας διοίκησης. Η ολοκλήρωση της εικόνας αυτής συνεχίζεται με τη διαπλοκή τοπικών συμφερόντων επιχειρηματικών ή μη και τη διαφθορά ενός μέρους των δημόσιων λειτουργών οι οποίοι ενισχύουν την εδραίωση της «εχθρότητας» έναντι των επενδυτών.

Οι αναπτυξιακοί νόμοι και τα επενδυτικά κίνητρα στη χώρα είναι σε πολλές περιπτώσεις ανενεργά λόγω της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να τα στηρίξει οικονομικά. Είναι γνωστές οι περιπτώσεις «μεγάλων» και εθνικής σημασίας έργων τα οποία έχουν σταματήσει από χρονοβόρες διαδικασίες και έλλειψη ουσιαστικών κινήτρων. Η σύγκριση με κίνητρα τα οποία δίδονται σε άλλες χώρες, τα οποία δεν εξαντλούνται μόνο στη μηδενική φορολόγηση των επιχειρήσεων, αλλά συγχρόνως προσφέρουν εκπτώσεις σε εισφορές και σε ενεργειακές καταναλώσεις ή επιδοτούν σημαντικά τις νέες θέσεις εργασίας είναι άνιση για το ελληνικό επενδυτικό περιβάλλον.

Η χρηματοδότηση των όποιων επενδύσεων από νέες αλλά και υφιστάμενες επιχειρήσεις αποτελεί ακόμη έναν παράγοντα. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει λόγω της κρίσης σημαντικά προβλήματα ρευστότητας τα οποία αναμένεται να επιλυθούν με την ανακεφαλαιοποίησή του και είναι ιδιαίτερα φειδωλό και άτεγκτο στις χρηματοδοτήσεις του. Παράλληλα το ελληνικό χρηματιστήριο είναι πλήρως απαξιωμένο από τους οίκους του εξωτερικού, με αποτέλεσμα όποιες επιχειρήσεις στη χώρα αναζητούν επενδυτές μέσω αυτού να βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο. Αντίθετα άλλες ελληνικές επιχειρήσεις με έδρα σε χώρες του εξωτερικού ευρωπαϊκές και μη δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα χρηματοδότησης και εξεύρεσης κεφαλαίων.

Η πολυνομία στην Ελλάδα είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, όπως και η μακροχρόνια απονομή της δικαιοσύνης. Αν ένας επενδυτής εμπλακεί σε δικαστικούς αγώνες από τις τυχόν εντάσεις ανταγωνιστών, οργανώσεων, δήμων και άλλων φορέων είναι απολύτως σίγουρο ότι θα απολέσει χρόνο και πόρους. Ιδιαίτερα η γενικότητα στη διατύπωση  αρκετών νόμων επιτρέπει τη διαφορετική ερμηνεία τους από τα διάφορα δικαστήρια με αποτέλεσμα πριν την τελεσίδικη απόφαση, την ακύρωση της επένδυσης ως ασύμφορης. Είναι δε παγκοσμίως γνωστή η επιθετικότητα ορισμένων ελληνικών οργανώσεων σε επενδύσεις για την προστασία ειδών αλλά και του περιβάλλοντος οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις αγγίζουν τα όρια της υπερβολής.

Η «παγκοσμιοποίηση» οδήγησε στο άνοιγμα των αγορών και στη διεθνοποίηση των εργασιών για μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις αναζητούν έδρα άμεσης επικοινωνίας με τα κέντρα λήψης αποφάσεων και τα χρηματοδοτικά κέντρα στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός απαιτεί τη δημιουργία συμμαχιών για την προώθηση των συμφερόντων μιας πολυεθνικής εταιρίας και αυτό είναι εφικτό μόνο εκεί όπου δρουν και οι λοιποί ανταγωνιστές. Δυστυχώς η Ελλάδα ακόμη και στη εμπορική ναυτιλία, όπου κατέχει συγκριτικό πλεονέκτημα δεν κατόρθωσε να αναδείξει τη χώρα ως διεθνές ναυτιλιακό κέντρο με ανάλογα οφέλη.

Η ελληνική πολιτική ελίτ εκτός από βαρύγδουπες δηλώσεις και ανακοινώσεις πολιτικών για τη δημιουργία φορέων και προγραμμάτων ανάπτυξης θετικές αλλά και με αρνητικές κριτικές κυρίως από την αντιπολίτευση, έχει να επιδείξει ελάχιστα δείγματα ουσιαστικής μεταβολής του εχθρικού επενδυτικού κλίματος στην ελληνική οικονομία. Αν τελικά δεν διαφοροποιηθεί το αρνητικό αυτό οικονομικό περιβάλλον το οποίο έχει περιγραφεί αναλυτικά παραπάνω, δυστυχώς δεν αναμένεται να υπάρξει επενδυτική πνοή για τη χώρα.

Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

ΔΕΚΟ: ΟΙ «ΕΚΛΕΚΤΟΙ» Ή ΟΙ ΙΔΙΩΤΕΣ;


Του Δημήτρη Μάρδα
Καθηγητή Τμήματος Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ


H συζήτηση για την ιδιωτικοποίηση των Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (ΔΕΚΟ) φαίνεται να τερματίζεται με την χωρίς όρους εκποίηση όλων των περιουσιακών στοιχείων της χώρας.
Η εγκληματική μετάθεση του προβλήματος από το 2005 και ιδίως από το 2009 και μετά, ήταν γνωστό στους πάντες –πλην ίσως στους εκάστοτε κυβερνώντες– ότι θα οδηγούσε στην πλήρη απαξίωση της περιουσίας του Δημοσίου!
Η ατέρμονη συζήτηση για το κατά πόσο οι επιχειρήσεις που παράγουν διάφορα δημόσια αγαθά έπρεπε να βρίσκονται υπό κρατικό έλεγχο, καταλήγει πάντοτε σε θέσεις, που επαρκώς δικαιολογούνται είτε από τις απόψεις των οπαδών του κοινωνικού κράτους ή από εκείνες υπέρ του λιγότερου κράτους.
Οι ΔΕΚΟ όφειλαν να κρατήσουν το δημόσιο χαρακτήρα τους!. Τα δημόσια αγαθά έπρεπε να προσφέρονται από το κράτος!. Όλα αυτά είναι απόλυτα λογικά και αποδεκτά υπό μια προϋπόθεση: Όλες οι ΔΕΚΟ έπρεπε να διοικούνται κατά τον τρόπο, που θα οδηγούσε εκ μέρους τους, τόσο στην προσφορά των απαιτούμενων δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών σε τιμές το δυνατό χαμηλές, όσο και στη μείωση των αιώνιων ετήσιων διαχειριστικών τους ελλειμμάτων.
Είναι άραγε τόσο δύσκολη η επίτευξη αυτών των στόχων; Φυσικά όχι. Αν οι διοικητές των ΔΕΚΟ γνώριζαν το αντικείμενο της επιχείρησης, την ευθύνη της οποίας ανελάμβαναν, όπως και την τέχνη της Διοίκησης, τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Θα είχαμε υψηλά κερδοφόρες, σύγχρονες  δημόσιες επιχειρήσεις, που δε θα αντιμετώπιζαν σήμερα την απειλή της ιδιωτικοποίησης.
Η πλειοψηφία των ελλειμματικών ΔΕΚΟ, σε συνδυασμό με την απουσία αντιστάσεων εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας, εύλογα συμπαρασύρουν στον Καιάδα των ιδιωτικοποιήσεων και τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις, εξέλιξη που δεν είναι τυχαία. 
Οι Δημόσιες επιχειρήσεις, λειτουργώντας σαν παραμάγαζα των γραφείων των βαρόνων της πολιτικής δεν λειτουργούν εδώ και δεκαετίες με ορθολογικό τρόπο. Γενικοί Διευθυντές ή Διευθύνοντες Σύμβουλοι, εν πολλοίς ανεπάγγελτοι, παιδιά του κομματικού σωλήνα, χωρίς τις απαραίτητες δεξιότητες, παίρνοντας απλά το «δακτυλίδι» της εξουσίας από τον πολιτικό τους μέντορα, αναλαμβάνουν εδώ και χρόνια τη διοίκησή τους.
Κεντρικός στόχος τους δεν ήταν η παροχή φθηνών δημοσίων αγαθών και η επίτευξη ενός ικανοποιητικού επίπεδου κέρδους, αλλά η εξυπηρέτηση της πολιτικής πελατείας του πολιτικού γραφείου που τους έθρεψε και τους ανέδειξε.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι φθάσαμε στην τελευταία του κακού τη σκάλα, τα κριτήρια επιλογής μεγάλου μέρους των Διοικητών των ΔΕΚΟ δεν είχαν και εξακολουθούν μην έχουν, την παραμικρή σχέση με τα όσα πρόβλεπε η λογική του ξεχασμένου και πολύπαθου open gov.
Εγκάθετοι πολιτικών γραφείων που μοιράζουν το χρόνο τους ανάμεσα στην επιχείρηση που ανέλαβαν να διοικήσουν και το γραφείο του πολιτικού τους καθοδηγητή, εξασφαλίζουν ένα πανάκριβο χαρτζιλίκι για να ζήσουν!. Έτσι, οι δεκάδες ΔΕΚΟ μοιράζονται «δίκαια», ανάμεσα αρχηγικά στελέχη των κομμάτων και κυβερνήσεων, που ψάχνουν απεγνωσμένα να προσφέρουν ακόμη και σήμερα πολιτικά ρουσφέτια.
Ποιος νοιάστηκε για το τι παρήγαγε όλος αυτός ο συρφετός των αναποτελεσματικών στελεχών τόσα χρόνια, που αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε ιδιωτικοποίηση; Ελάχιστοι τιμούν τη θέση που τους δόθηκε, καθώς διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα παραμένοντας σε δύσκολα πόστα, που δεν  προσελκύουν την προσοχή των γνωστών θαμώνων των πολιτικών γραφείων. Αυτοί δεν έχουν να φοβηθούν το παραμικρό από τις ιδιωτικοποιήσεις. Έχουν «ψηθεί» στην αγορά πριν αναλάβουν την όποια ΔΕΚΟ. Από την αγορά άρχισαν και εκεί θα συνεχίσουν.
Έτσι, εδώ που φθάσαμε το ερώτημα που εύλογα τίθεται είναι το εξής: Δεδομένου ότι η πολιτική ηγεσία αρνείται πεισματικά να εισάγει στις ΔΕΚΟ ένα άλλο τρόπο διοίκησης με επιστήμονες, που δεν ανήκουν στο περιβάλλον της πολιτικής τους πελατείας τι είναι προτιμότερο;
Να διοικούνται οι Δημόσιες επιχειρήσεις από τους γνωστούς «εκλεκτούς» των πολιτικών γραφείων των βαρόνων της πολιτικής ή από ιδιώτες η επιχειρηματική δράση των οποίων θα εποπτεύεται από το κράτος;
Δυστυχώς, οι υποκριτικά ένθερμοι υποστηριχτές –προς ίδιον όφελος– πολιτικοί μας του δημόσιου χαρακτήρα των ΔΕΚΟ, με τις επιλογές τους, τις οδήγησαν σε χρεοκοπία.
Οπότε απομένει η δεύτερη λύση, της ιδιωτικοποίησης, η οποία όμως οφείλει να ακολουθήσει κάποιους κανόνες σφιχτής εποπτείας, έτσι ώστε να μη βρεθούμε στο άλλο άκρο της ασυδοσίας των αγορών.
Ως προς τις τιμές πώλησης των ΔΕΚΟ, ας αναλογιστούν όσοι τις οδήγησαν στην άθλια κατάσταση που βρίσκονται, με την εγκληματική τους αδιαφορία ή εξυπηρετώντας συνειδητά συγκεκριμένες σκοπιμότητες,.