Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Το επικοινωνιακό θέατρο του παραλόγου


Η ελληνική κοινωνία τα τελευταία χρόνια δοκιμάζεται από την πραγματική αλλά και την επικοινωνιακή κρίση την οποία δημιουργούν εντέχνως διάφορα κέντρα και αναπαράγουν αφειδώς όλα τα διάφορα μέσα επικοινωνίας ακούσια και εκούσια. Αρχικά δημιουργήθηκε ο φόβος για την πτώχευση- καταστροφή της χώρας με στόχο να οδηγηθούμε στο ΔΝΤ και τους Ευρωπαίους Εταίρους για οικονομική βοήθεια. Σαφώς υπήρχε αυτή η ανάγκη λόγω της οικονομικής κατάστασης στην οποία έφεραν το Ελληνικό Κράτος οι εφαρμοζόμενες διαχρονικά πολιτικές, αλλά και ένα σπάταλο και γραφειοκρατικό δημόσιο. Το ερώτημα όμως το οποίο πλανάται, στη σκέψη των πολιτών, είναι αν αυτή ήταν η έσχατη λύση στο πρόβλημα ή υπήρχε και άλλος δρόμος. Υφίστανται πολλές ερμηνείες, αλλά δυστυχώς το γιατί και το πώς θα απαντηθεί επακριβώς από τις επόμενες γενεές.

Με τη υπαγωγή μας στο δανεισμό δημιουργήθηκε ένα θρίλερ, το οποίο προβάλλεται σε συνέχειες διαχρονικά και αφορά την καταβολή της κάθε δόσης του δανείου, το οποίο μας χορηγούν οι πιστωτές μας. Πάντοτε υφιστάμεθα ένα μικρό εκβιασμό για την καταβολή, ενώ όλοι γνωρίζουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων καταλήγει στα χέρια των δανειστών μας, άρα κατά τεκμήριο η δόση θα δοθεί για να καλύψει και τις δικές τους ανάγκες. Αλλά παρατηρούμε τα μέσα επικοινωνίας να δίνουν μεγάλη δημοσιότητα στις εκάστοτε δηλώσεις των ελλήνων, ευρωπαίων και αμερικανών αξιωματούχων οι οποίοι αναφέρονται θετικά και ιδιαιτέρως αρνητικά για το θέμα ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντα τα οποία εξυπηρετούν. Το επικοινωνιακό παιχνίδι σε όλο του το μεγαλείο για την εξυπηρέτηση στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης να αποδεχθεί την εσωτερική υποτίμηση.
   
Τα μέτρα τα οποία λαμβάνει η Ελληνική Κυβέρνηση με βάση τις συμφωνίες των Μνημονίων έχουν αποτελέσει πεδίο δόξης λαμπρό για την επικοινωνιακή χειραγώγηση των πολιτών. Αφενός το ψευδοδίλλημα εντός ή εκτός ευρωζώνης για να διαπιστωθεί ότι δεν υπάρχει μηχανισμός εκδίωξης αλλά ένα κράτος-μέλος μόνο του αποφασίζει για την αποχώρησή του  με τις όποιες συνέπειες οικονομικές και πολιτικές. Αφετέρου οι συνεχείς διαρροές στα μέσα επικοινωνίας για τα φοβερά μέτρα τα οποία ζητούνται από τους δανειστές και πρέπει να ληφθούν, πάντα με κοινωνική ευαισθησία και τα οποία τελικά αφορούν αποκλειστικά τους μισθωτούς και συνταξιούχους. Τελικά προφανώς η παραμονή μας στο ευρώ αποτελεί δική μας επιλογή, η λήψη των μέτρων λιτότητας γίνεται ηπιότερα και αυτό σηματοδοτεί τη ψευδαίσθηση της πολιτικής νίκης των εκάστοτε κυβερνώντων ή και της αντιπολίτευσης υπέρ των αδυνάτων οικονομικά πολιτών και του συμφέροντος της χώρας.

Η εγκληματικότητα έχει αυξηθεί λόγω της μείωσης των εισοδημάτων σε ομάδες του πληθυσμού οι οποίες είναι ιδιαίτερα επιρρεπής σε αυτήν. Η αδυναμία των φυλακών της χώρας να δεχτούν τέτοιο υψηλό αριθμό έγκλειστων οδηγεί στην πρόωρη αποφυλάκισή τους με όρους οι οποίοι καταστρατηγούνται και με εγκληματικές ενέργειες οι οποίες και επαναλαμβάνονται. Η συνεχής αύξηση της εισόδου κατοίκων  άλλων χωρών στην Ελλάδα, ως πολιτικών προσφύγων, μεταναστών νομίμων ή μη και η αδυναμία να προωθηθούν στις χώρες τελικού προορισμού ή στις πατρίδες τους ή να τους δοθεί πολιτικό άσυλο επιτείνει το πρόβλημα. Το θέμα αυτό έχει αποτελέσει βασική προσφιλή ενασχόληση όλων των μέσων επικοινωνίας, αλλά και των πολιτικών παρατάξεων της χώρας με την καλλιέργεια ενός φοβικού συνδρόμου, το οποίο επιτείνει η οικονομική κρίση σε μείζον πρόβλημα.

Επιτέλους αντιληφθείτε όλοι εσείς οι μανδαρίνοι της εξουσίας ότι ο ελληνικός λαός «σας έχει πάρει χαμπάρι» και δεν πείθεται πλέον από τα όποια επικοινωνιακά τερτίπια σας. Η οικονομική κατάσταση του Ελληνικού Κράτους είναι πράγματι τραγική και τυπικά θα είχε πτωχεύσει χωρίς την οικονομική βοήθεια των δανειστών μας. Η παράδοση ενός μεγάλου τμήματος εθνικής κυριαρχίας και εθνικών αποφάσεων σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς είναι και αυτή δεδομένη με βάση τις συνθήκες και συμφωνίες που έχει υπογράψει το Ελληνικό Κράτος και έχει ψηφίσει η Βουλή. Η διαπραγματευτική ικανότητα της χώρας βρίσκεται στο ναδίρ, λόγω της χαμένης αξιοπιστίας  της πολιτικής ελίτ η οποία κυβερνά τη χώρα, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών  έχει φθάσει σε οριακό σημείο ενώ η πάταξη της φοροδιαφυγής παραμένει μια εικονική πραγματικότητα. Η ύφεση και η ανεργία έχουν διαβρώσει τον αστικό ιστό της χώρας με απρόβλεπτες συνέπειες κοινωνικές, πολιτικές αλλά και εγκληματικής δράσης, την οποία επιδεινώνει η συνεχόμενη ανεξέλεγκτη είσοδος μεταναστών στη χώρα.

Η λύση του ελληνικού προβλήματος απαιτεί ουσιαστικό επανασχεδιασμό της στρατηγικής με τα πραγματικά δεδομένα της οικονομίας και όχι με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Είναι ανάγκη να αντιληφθούν όλοι ότι πίσω από τους αριθμούς κρύβονται άνθρωποι και καταστάσεις όταν πραγματοποιούν τους όποιους σχεδιασμούς τους. Η χώρα δεν αντέχει ακόμη μια χρονιά λιτότητας και ύφεσης, γιατί τα περιθώρια υπομονής των πολιτών έχουν στερέψει με τη συνεχιζόμενη πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας η οποία οδηγεί σε αδιέξοδο, όπως τουλάχιστον είναι εμφανές από τα αποτελέσματα της την τελευταία διετία. Η λύση της κρίσης, την οποία αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα οφείλει να είναι και θα είναι τελικά αμιγώς ελληνική, γιατί εμείς καλύτερα από όλους τους τρίτους γνωρίζουμε τους εαυτούς μας και τις δυνατότητές μας, χωρίς επικοινωνιακά πυροτεχνήματα αλλά με ειλικρίνεια, προοπτική και δικαιοσύνη για όλους.


Κυριακή 15 Ιουλίου 2012

Αναζητώντας τη Δημοκρατία…


Η Ελλάδα είναι η χώρα που γέννησε το δημοκρατικό πολίτευμα και παράλληλα η χώρα η οποία το τροποποίησε σε αρκετές από τις τωρινές μορφές του. Σήμερα το πολίτευμα της χώρας είναι με βάση το ισχύον Σύνταγμα «Προεδρευόμενη Δημοκρατία», αλλά στην πραγματικότητα το σύστημα διακυβέρνησης της χώρας είναι αμιγώς Πρωθυπουργικό και μάλιστα βαθιά προσωποκεντρικό. Το ζήτημα βέβαια σήμερα δεν είναι να αναλωθούμε στο πως φτάσαμε ως εδώ, αλλά να εξετάσουμε τι μπορεί να ανασκευαστεί στο μέλλον.

Η χώρα έχει δημιουργήσει ένα σύστημα εκλογικής διαδικασίας  γενικότερα από τα Σχολεία, τα Πανεπιστήμια, τους χώρους εργασίας, τις ενώσεις και τους φορείς, τα πολιτικά κόμματα, την τοπική αυτοδιοίκηση και με κορύφωμα τη Βουλή των Ελλήνων. Η γενική παρατήρηση μας ξεκινά από το ποσοστό αποχής στην εκλογική διαδικασία, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις αλλοιώνει το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα. Βεβαίως είναι δικαίωμα του κάθε πολίτη να προσέλθει ή όχι στην όποια εκλογική διαδικασία, αλλά εκείνο που ίσως δεν προβληματίζει σήμερα  εκτός από το ποσοστό της αποχής είναι το γιατί συμβαίνει αυτό.

Η αδιαφορία των μαθητών, φοιτητών, εργαζομένων, φορέων και πολιτών να προσέλθουν στην εκλογική διαδικασία είναι ίσως η αίσθηση την οποία αποκομίζουν από την εφαρμογή της δημοκρατίας στην πράξη. Η έντονη κομματικοποίηση ακόμη δυστυχώς και των εκλογών στα μαθητικά συμβούλια επιτείνει το γεγονός. Οι ψηφοφόροι μαθαίνουν να εκλέγουν όχι τους αρίστους, αλλά εκλογικές παρατάξεις και αυτό τελικά τους απογοητεύει γιατί δεν συμβαδίζει με τις προσδοκίες τους. Θυμίζω τη λυσσαλέα αντίδραση πολιτικών κομμάτων για τη δημιουργία ενιαίου ψηφοδελτίου στις μαθητικές εκλογές.

Οι πρόγονοί μας ευτυχώς μας έχουν κληροδοτήσει με χιλιάδες σοφά γνωμικά. Ένα από αυτά αναφέρει ότι «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι» και αυτό σημαίνει ότι για να αναστρέψουμε το αρνητικό κλίμα θα πρέπει να ξεκινήσουμε από τον Πρώτο Άρχοντα της χώρας. Η έμμεση εκλογή του θα πρέπει να γίνει άμεση από όλους τους πολίτες με σχετική αύξηση των αρμοδιοτήτων του ώστε να δύναται να επέμβει, όταν κατά την κρίση του τα γεγονότα και οι καταστάσεις έρχονται σε αντίθεση με το ονομαζόμενο «λαϊκό αίσθημα» ή και το «εθνικό συμφέρον».

Στη συνέχεια η Βουλή και τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να εκδημοκρατιστούν περαιτέρω. Αυτό σημαίνει την πλήρη ανεξαρτητοποίηση του Βουλευτή ως προς την παροχή της ψήφου του στις ψηφοφορίες της Βουλής. Για τα πολιτικά κόμματα όμως σημαίνει τη μετάβαση στις αποφάσεις των πολλών από τη σημερινή κυριαρχία του αρχηγού. Ευτυχώς τα εκλεγμένα δημοκρατικά όργανα υπάρχουν σε κάθε πολιτική παράταξη απλώς η εξουσία τους είναι περιορισμένη, όπως και οι δυνατότητες αντίδρασης στις αποφάσεις του εκάστοτε Αρχηγού  και των περί αυτού. Είναι απορίας άξιον γιατί η κοινοβουλευτική ομάδα δεν αποφασίζει για την εν γένει στάση της πολιτικής παράταξης ή το γεγονός ότι κομματική πειθαρχία σημαίνει υπακοή στις αποφάσεις του αρχηγού.

Στην τοπική αυτοδιοίκηση, τις συνδικαλιστικές, φοιτητικές και μαθητικές εκλογές όλοι οι υποψήφιοι έχουν ως στόχο το «κοινό συμφέρον». Ποιος αλήθεια εξυπηρετείται από το ότι δημιουργούνται διαφορετικές παρατάξεις και δεν υπάρχει ένα κοινό ψηφοδέλτιο, όπου ο ψηφοφόρος να επιλέγει τους άριστους, κατά περίπτωση και κατά τη γνώμη του. Εκτός από τα πολιτικά κόμματα γιατί θα χάσουν την επιρροή τους στην «κομματική πελατεία» και εκείνους, τους επαγγελματίες κομματικούς κυρίως, αντιπροσώπους κάθε χώρου, οι οποίοι δεν επιθυμούν οι άξιοι και οι έχοντες το θάρρος της γνώμης, να αποκτήσουν νομή στην εξουσία γιατί έτσι θα απολέσουν τα δικά τους προσωπικά οφέλη και δύναμη.

Η νέα Βουλή μπορεί και πρέπει να νομοθετήσει προς αυτή την κατεύθυνση και ίσως η επόμενη να προσαρμόσει και το Σύνταγμα της χώρας προς μια περισσότερο δημοκρατική αντίληψη, με βάση και την εποχή στην οποία ζούμε και επιζητούμε τη βελτίωση προς το καλύτερο. Το άμεσο μέλλον θα μας δείξει, αν οι εκπρόσωποι του λαού στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας μας επιθυμούν ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών ή διατήρηση των όποιων δικαιωμάτων τους. Αλλά η Βουλή των Ελλήνων είναι εκείνη η οποία, ως το ανώτατο νομοθετικό σώμα της χώρας οφείλει να δώσει το εναρκτήριο λάκτισμα και τη προοπτική για ένα ποιο δημοκρατικό και αντιπροσωπευτικό αύριο.

Αν το στοίχημα αυτό δεν κερδηθεί σήμερα, τότε ο Ελληνικός λαός θα εξακολουθεί να αναζητεί την ταυτότητα της αυξημένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και στο αύριο. Είναι δε πιθανόν να εξακολουθήσει να αναδεικνύει την απογοήτευσή του στρεβλά και υπέρ αυτών τα οποία καταγγέλλει ή θέλει να αποφύγει, με την άρνηση άσκησης του ύψιστου δικαιώματός του της «ψήφου για τα κοινά». Δυστυχώς όμως την αδυναμία αυτή του δημοκρατικού μας συστήματος εκμεταλλεύονται όλοι αυτοί οι οποίοι εξυπηρετούνται από τη σημερινή κατάσταση. Είναι η ευκαιρία σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς για τη χώρα,  οι εκπρόσωποί μας στο κοινοβούλιο να δείξουν μια αχτίδα ελπίδας, αυτόβουλα και χωρίς την επέμβαση τρίτων, προσφέροντας στο δοκιμασμένο ελληνικό λαό μια περισσότερο αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

Η Ελληνική Ανταγωνιστικότητα. Μύθοι και αλήθειες…



Η Ανταγωνιστικότητα είναι μια λέξη πολύφερνη στα χείλη όλων των πολιτικών, των οικονομολόγων, των πανεπιστημιακών, των στελεχών επιχειρήσεων και οργανισμών, των εμπειρογνωμόνων, των δανειστών, επιχειρηματιών ακόμη και απλών πολιτών. Στην πραγματικότητα όμως είναι εμφανές ότι ο κάθε ένας την ορίζει από τη δική του οπτική γωνία.
Οι δανειστές μας εξαντλούν κυρίως την ανταγωνιστικότητα στη μείωση του κόστους της εργασίας αγνοώντας τους άλλους συντελεστές της παραγωγής. Η άποψη αυτή είχε ως αποτέλεσμα, μαζί με την υψηλή φορολόγηση, να δημιουργήσει τον φαύλο κύκλο της ύφεσης με αρνητικά αποτελέσματα τόσο για την Ελλάδα όσο και για τους κατοίκους της.
Οι επιχειρηματίες έχουν δύο απόψεις. Οι έμποροι κυρίως αντιλαμβάνονται ότι η περεταίρω μείωση μισθών αντί να ωφελεί έχει αντίκτυπο στην κατανάλωση και τελικά στον κύκλο εργασιών των επιχειρήσεών τους και την απεύχονται με κάθε τρόπο. Η άλλη κατηγορία την οποία απαρτίζουν βασικά οι επιχειρηματίες του τουρισμού,  στηρίζουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών τους στη μείωση των μισθών και των φόρων με την κοινή πεποίθηση ότι έτσι θα γίνουν ανταγωνιστικοί στο διεθνές περιβάλλον.
Οι οικονομολόγοι συνήθως έχουν αντιληφθεί τον κύκλο της ύφεσης και θεωρούν  ότι οι επενδύσεις σε επιλεγμένους παραγωγικούς τομείς, θα αυξήσουν την εξωστρέφεια και την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Αρκετοί επικεντρώνονται στις δημόσιες επενδύσεις και στα μεγάλα έργα τα οποία θεωρούν ως τα μόνα τα οποία στην παρούσα χρονική στιγμή θα οδηγήσουν σε ανατροπή του αρνητικού κλίματος.
Οι Πανεπιστημιακοί ως ακαδημαϊκοί,  παρουσιάζουν μια πανσπερμία απόψεων και θεωριών. Άλλοι ομιλούν για την ανταγωνιστικότητα με βάση τα ενδογενή προβλήματα της χώρας, άλλοι στηρίζουν την άποψή τους στην έλλειψη ρευστότητας, άλλοι στο λαθεμένο μείγμα της οικονομικής πολιτικής και του Μνημονίου και όλοι ομιλούν για το κακό επενδυτικό κλίμα.
Τα στελέχη των επιχειρήσεων και οι εμπειρογνώμονες αναφέρουν ότι οι ανταγωνιστικότητα απαιτεί εξωστρέφεια, σχεδιασμό πολιτικής ανάπτυξης , προσέλκυση άμεσων επενδύσεων και αλλαγή   του αρνητικού κλίματος με στροφή σε νέες αναπτυξιακές και καινοτόμες δραστηριότητες.
Οι Έλληνες Πολιτικοί μάλλον τα έχουν χαμένα. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι η χώρα έφτασε στο χείλος της καταστροφής πριν αντιληφθούν το μη σωστό μείγμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Προσπαθούν με παλιές συνταγές να γιατρέψουν νέες ασθένειες οι οποίες απαιτούν διαφορετική θεραπεία. Το αποτέλεσμα της ανυπαρξίας τους είναι η πλήρης αποδοχή ενός σχεδίου των δανειστών μας (Μνημόνιο) και η υπερφορολόγηση των πολιτών με δυσμενή αποτελέσματα στην ύφεση και την ανεργία, τα οποία αποτελούν βραδυφλεγείς βόμβες για τη χώρα..
Η ανταγωνιστικότητα μιας χώρας δεν στηρίζεται στα φθηνά εργατικά χέρια. Στηρίζεται στην καινοτομία, στην εξωστρέφεια, στην ποιότητα, στη σοβαρότητα και κυρίως στην αξιοπιστία. Δυστυχώς η αξιοπιστία της χώρας έχει κατακρημνισθεί και απαιτεί προσπάθεια, χρόνο και επιμονή για να επανέλθει στα πρότερα επίπεδα. Μέχρι να φθάσει η αξιοπιστία μας σε αυτά τα επίπεδα θα κριθεί από τις πράξεις και τις ενέργειες της ελληνικής πολιτικής ελίτ, τη δυνατότητα δηλαδή των πολιτικών μας να εμπνεύσουν τους Έλληνες πολίτες και να δημιουργήσουν ξανά το όραμα και να επαναφέρουν την ελπίδα.