Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδοποίηση αποτελεί τη λύση στην κρίση;


Στην Ευρώπη μετά την  τελωνειακή ένωση, ήρθε η κοινή αγορά και η νομισματική ένωση. Το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα ενοποίησε τα κοινά ευρωπαϊκά συμφέροντα, αλλά όχι και τη σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών. Η οικονομική ένωση απαιτεί την πλήρη ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος και την περαιτέρω δημοσιονομική σύγκλιση των οικονομιών των κρατών μελών. Αυτό θα μας οδηγήσει τελικά στην πολιτική ένωση και στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδοποίηση.

Οι διαφορετικές απόψεις των δύο πόλων της Ευρώπης, της Γερμανίας η οποία ζητά πρώτα την δημοσιονομική ενοποίηση και της Γαλλίας η οποία ζητά πρώτα την τραπεζική ενοποίηση δεν ευνοούν τα σενάρια Ομοσπονδοποίησης της Ευρώπης. Οι Ευρωπαίοι πολιτικοί αποκλείεται να προχωρήσουν στην πολιτική ένωση, αν δεν συμφωνήσουν σε έναν ενιαίο τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης.

Το παράδοξο είναι ότι η Γερμανία δανείζεται για τα δεκαετή ομόλογα της με επιτόκιο 1,62%, σε αντίθεση με τη Γαλλία η οποία δανείζεται με επιτόκιο 2,65%. Αντίστοιχα η Ισπανία δανείστηκε με επιτόκιο 6,5% και οι ΗΠΑ με επιτόκιο 1,6%. Οι ανισότητες αυτές δημιουργούν το πρόβλημα αλλά εμπεριέχουν και τη λύση του, αρκεί οι Ευρωπαίοι Ηγέτες να επιδείξουν την απαιτούμενη προσήλωση πρωτίστως προς το ευρωπαϊκό και δευτερευόντως προς το εθνικό συμφέρον.

Δυστυχώς το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται ότι αρκετές ισχυρές οικονομικά χώρες διαφοροποιούν τη χρονική διάταξη των χαρτοφυλακίων των ομολόγων τους. Αντί να δανείζονται για μικρά χρονικά διαστήματα προχωρούν σε δανεισμό με ομόλογα δεκαετούς, εικοσαετούς και τριακονταετούς διάρκειας. Αξιοποιούν δηλαδή στο έπακρο την αξιοπιστία τους με τα χαμηλά επιτόκια με τα οποία αντλούν χρήμα από τις Αγορές. Αν στο εγγύς μέλλον στις χώρες αυτές «τυπωθεί χρήμα» θα έχουν την ευχέρεια με τον αναμενόμενο πληθωρισμό, να μειώσουν τα χρέη τους, λόγω των χαμηλών επιτοκίων δανεισμού και να βρεθούν τελικά διπλά κερδισμένες.

Η λύση στο ευρωπαϊκό πρόβλημα κρίσης είναι η Ομοσπονδοποίηση της Ευρώπης. Οι κινήσεις οι οποίες απαιτούνται περιλαμβάνουν το τρίπτυχο δημοσιονομική, τραπεζική και πολιτική ενοποίηση. Αναμένουμε για να δούμε εάν στην επόμενη σύνοδο κορυφής, οι Ευρωπαίοι Ηγέτες θα ξεπεράσουν τα στενά εθνικά τους στερεότυπα και θα σκεφτούν και θα ενεργήσουν ευρωπαϊκά και μακροπρόθεσμα  για την κοινή ευημερία όλων των ευρωπαϊκών λαών.

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Η κρίσιμη κατάσταση της χώρας απαιτεί σοβαρότητα και θάρρος


Η Ελλάδα διέρχεται μια πρωτοφανή οικονομική - κοινωνική κρίση ως απόρροια των λανθασμένων στρατηγικών και κατευθύνσεων στο δημόσιο τομέα επί σειρά ετών. Το ζητούμενο από το πολιτικό προσωπικό είναι οι λύσεις και οι τρόποι εξόδου από την κρίση, ώστε να σταματήσουμε την ύφεση της ελληνικής οικονομίας και να οδηγηθούμε στην ανάκαμψη και την ανάπτυξη.

Δυστυχώς δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις και μαγικές συνταγές για την επίλυση της κρίσης. Οφείλουν οι Έλληνες πολιτικοί να υιοθετήσουν λύσεις με σοβαρότητα, ρεαλισμό και θάρρος. Δεν υπάρχουν εύκολες φόρμουλες συνεργασίας και απαιτείται σύγκληση των όποιων διαφορετικών πολιτικών απόψεων, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι ωφέλιμο πρωτίστως για τον Ελληνικό λαό.

Οι ελληνικές πολιτικές παρατάξεις με κοινό προσανατολισμό προς την Ευρώπη και την ευρωζώνη, οφείλουν και πρέπει να συνεννοηθούν σύμφωνα και με τις επιλογές και την εντολή των ελλήνων πολιτών. Είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία θα πρέπει να αφήσουν στην άκρη, τα όποια παραταξιακά οφέλη και να δώσουν προτεραιότητα στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών της χώρας.

Η νέα Κυβέρνηση που οφείλουν να σχηματίσουν έχει ένα μεγάλο και δύσκολο έργο να διαπραγματευτεί με την τρόικα για την τροποποίηση των όρων του μνημονίου. Το εγχείρημα δεν θα είναι εύκολο με δεδομένη την προσκόλληση των δανειστών μας, στο φιλελευθερισμό  και στην αυστηρή δημοσιονομική πολιτική λιτότητας. Ίσως ένα βασικό διαπραγματευτικό στοιχείο να είναι η  αποδεκτή από όλες τις πλευρές αποτυχία της εφαρμοζόμενης συνταγής λιτότητας και η καθολική αποδοκιμασία της από τους Έλληνες πολίτες. Άλλωστε και οι εταίροι μας στην Ευρώπη έχουν αντιληφθεί το αδιέξοδο της συνεχιζόμενης πολιτικής λιτότητας, στις χώρες με προβλήματα χρέους και συζητούν πλέον εφικτές και ρεαλιστικές λύσεις για την αντιστροφή των καταστροφικών αποτελεσμάτων στις κοινωνίες της Ευρώπης.

Η αναμενόμενη διαπραγμάτευση με τη τρόικα δεν απαιτεί μόνο τη διαπίστωση της λάθος κατεύθυνσης αλλά και την πρόταση για τις εναλλακτικές ισοδύναμες λύσεις. Το περιβόητο μνημόνιο περιλαμβάνει τους συμφωνημένους στόχους με τους δανειστές μας, αλλά οι στρατηγικές εφαρμογής των πολιτικών τους, συμφωνήθηκαν με την Ελληνική Κυβέρνηση (2010-2012) και την όποια συνεργασία των εργοδοτικών και συνδικαλιστικών ενώσεων. Είναι εμφανές, με τη συνεχιζόμενη ύφεση της ελληνικής οικονομίας για Πέμπτη συνεχή χρονιά, ότι οι λύσεις οι οποίες επιλέχθηκαν τελικά δεν επέφεραν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση του εργατικού κόστους και των κοινωνικών παροχών του Κράτους χωρίς να αγγίξει την καρδιά του προβλήματος, η οποία ανάγεται στα δομικά προβλήματα της δημόσιας διοίκησης αλλά και της ελληνικής οικονομίας γενικότερα. Η υπέρμετρη αύξηση της φορολογίας έμμεσης και άμεσης, επέφερε μαζί με την μείωση των εισοδημάτων την ύφεση, την ανεργία και την κατάρρευση του κοινωνικού ιστού.

Όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα περιμένουν εφαρμόσιμες λύσεις οι οποίες θα ανατρέψουν το αρνητικό κλίμα και θα οδηγήσουν στην ανάκαμψη. Οι Έλληνες πολιτικοί  οφείλουν να ενεργήσουν με σοβαρότητα και με βάση το κοινωνικό και όχι το πολιτικό τους συμφέρον και αυτό απαιτεί ρεαλισμό αλλά και θάρρος. Οι Έλληνες πολίτες θα κρίνουν τις λύσεις οι οποίες θα δοθούν στα άμεσα και κρίσιμα προβλήματα της καθημερινότητάς τους και θα τις στηρίξουν εφόσον είναι προς την σωστή κατεύθυνση.

Όλοι οι πολίτες αναμένουν την επόμενη ημέρα με την ελπίδα και την προσμονή της αναγέννησης. Στην Ευρώπη πληθαίνουν οι φωνές για αλλαγή των εφαρμόσιμων πολιτικών και για ουσιαστικά βήματα προς την πολιτική ένωση. Η Ελλάδα οφείλει και πρέπει να κερδίσει το στοίχημα της ανάπτυξης και της ανοικοδόμησης της χώρας, αλλά συγχρόνως να συμμετάσχει ως ισότιμο και σοβαρό μέλος στην μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια την ώρα των μεγάλων αποφάσεων για το μέλλον της Ευρώπης. Οι Έλληνες πολιτικοί οφείλουν άμεσα με σοβαρότητα, ρεαλισμό και θάρρος να πραγματοποιήσουν τις προσδοκίες ενός ολόκληρου λαού και θα κριθούν γι’ αυτό ιστορικά αλλά και πολιτικά.

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

ΑΝΑΠΤΥΞΗ, αλλά πως;


Η λέξη «ανάπτυξη» αποτελεί μια από τις βασικές αναφορές σε κάθε πρόγραμμα των ελληνικών πολιτικών παρατάξεων με στόχο την επάνοδο της χώρας σε ομαλή οικονομική και κοινωνική ζωή. Αν μελετήσει κάποιος σε βάθος τα προγράμματα αυτά, όπως έχουν αναρτηθεί και στο διαδίκτυο, θα διαπιστώσει ότι καλύπτουν όλες σχεδόν τις πτυχές της οικονομικής ζωής της χώρας. Αλλά αν εξετάσουμε το όλο θέμα με όσο το δυνατόν ρεαλιστική προσέγγιση θα διαπιστώσουμε, ότι η ανάπτυξη δεν είναι στην πράξη και τόσο εύκολη υπόθεση διότι απαιτεί την επίτευξη βασικών προϋποθέσεων για να υλοποιηθεί.
Το ευρωπαϊκό πακέτο διάσωσης των 130 δις ευρώ, το οποίο είχε σκοπό να βοηθήσει την Ελλάδα να ανακάμψει κερδίζοντας τον απαραίτητο χρόνο για να τακτοποιήσει τα δημοσιονομικά της, ουσιαστικά εξυπηρετεί κυρίως τόκους του εξωτερικού χρέους της χώρας. Από την άλλη πλευρά ο χρόνος αυτός δυστυχώς πέρασε ανεκμετάλλευτος γιατί η πολιτική ελίτ της χώρας δεν τόλμησε ως όφειλε, να προχωρήσει σε δομικές αλλαγές στο δημόσιο αλλά και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Αποτέλεσμα είναι το ελληνικό κράτος να έχει προχωρήσει σε «μερική» εσωτερική στάση πληρωμών κυρίως σε καταβολές οφειλών του Δημοσίου, σε επιστροφές ΦΠΑ, φόρων και σε άλλες κοινωνικές παροχές του προς τους πολίτες, όπως στον πολύπαθο κλάδο της υγείας. 
Το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι πολύ μεγάλο σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας και με τους τόκους συνεχώς αυξάνει, ενώ μια απλή επιμήκυνσή του χρόνου αποπληρωμής του δεν αποτελεί λύση στο πρόβλημα λόγω της συνεχιζόμενης ύφεσης. Είναι γεγονός ότι η ελληνική κρατική μηχανή είναι τόσο αποδιαρθρωμένη, ώστε αδυνατεί να στηρίξει την απλή συλλογή των βεβαιωμένων φόρων, πολύ δε περισσότερο αναπτυξιακές πολιτικές. Η χώρα για να προχωρήσει σε ρυθμούς ανάπτυξης χρειάζεται να αλλάξει πλήρως το παραγωγικό και συναλλακτικό της μοντέλο, ουσιαστικά δηλαδή να ανοικοδομηθεί από την αρχή. Η υλοποίησή των αλλαγών αυτών απαιτεί ριζικές μεταρρυθμίσεις σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, αλλαγή νοοτροπίας και την εκπόνηση και εφαρμογή πλήρους ορθολογικού, σύγχρονου, μακροπρόθεσμου αλλά και σαφώς ρεαλιστικού αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα.
Η χρηματοδότηση ενός τέτοιου μεγαλεπήβολου σχεδίου ανάπτυξης της χώρας, η οποία βρίσκεται στην πέμπτη χρονιά ύφεσης, απαιτεί «κεφάλαια» τα οποία το ελληνικό κράτος δεν διαθέτει σήμερα. Με τη δεδομένη αδυναμία της Ελλάδας να δανειστεί από τις αγορές, τη μόνη πιθανή λύση για την εξεύρεσή τους  αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι εταίροι μας θα χρειαστεί να μας στηρίξουν, για μια ακόμη φορά, αλλά με εντελώς διαφορετικό τρόπο.  Η νέα χρηματοδότησή τους οφείλει να συμπεριλάβει εκτός από το χρέος, το οποίο εξυπηρετεί αποκλειστικά τους ίδιους και την ανάπτυξη της χώρας γεγονός που ωφελεί πρωτίστως τη χώρα και τους πολίτες της, αλλά και δευτερευόντως τους δανειστές μας. Θα πρέπει να πάψουν να βλέπουν του έλληνες ως επαίτες ή ακόμη και ως χρηματοδοτικούς «πελάτες» με αδυναμία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης των όρων δανεισμού τους, αλλά να τους αντιμετωπίσουν ως ισότιμους εταίρους, οι οποίοι έχουν να επιλύσουν πολλά και σοβαρά εσωτερικά προβλήματα ίσως και με τη δική τους ευρωπαϊκή τεχνογνωσία.
Η ανάπτυξη είναι λέξη με πολλές αναγνώσεις αλλά και οπτικές γωνίες. Στα χείλη των ελλήνων πολιτικών προφέρεται ίσως με ευκολία, αλλά η εφαρμογή της απαιτεί ολοκληρωμένο και εφαρμόσιμο σχέδιο το οποίο θα πρέπει να αποδεχτεί αρχικά ο ελληνικός λαός αλλά και οι δανειστές του. Όλοι οι πολιτικοί Έλληνες και Ευρωπαίοι, οφείλουν να αντιληφθούν ότι η ‘’ύφεση’’ των δημοσιονομικών μέτρων της μονομερούς λιτότητας χωρίς ανάπτυξη, οδηγεί στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση ενός ολόκληρου λαού – εταίρου και  εφόσον δεν αντιμετωπιστεί άμεσα και αποτελεσματικά, θα αποτελέσει το αρχικό σημείο κατάρρευσης όλου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.
Οι πολιτικές παρατάξεις οφείλουν να είναι πολύ προσεκτικές στο θέμα των μορφών ανάπτυξης τις οποίες προτείνουν. Θα πρέπει το όποιο «σχέδιο ανάπτυξης» να είναι άμεσα εφαρμόσιμο μετά τον σχηματισμό της Κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι πλήρες, κοστολογημένο και συμπεφωνημένο για να κριθεί αφενός από τον ελληνικό λαό κατά την προσεχή εκλογική διαδικασία, αλλά και από τους εταίρους μας οι οποίοι και θα εξετάσουν τους τρόπους χρηματοδότησής του. Αν επίσης κάποιοι πιστεύουν ότι θα βρεθούν «κεφάλαια» από τρίτες χώρες ή την αγορά, θα πρέπει να έχουν υπόψη τους την αναμενόμενη λογική του υψηλού οικονομικού ή πολιτικού οφέλους με την οποία λαμβάνονται αυτές οι αποφάσεις ιδιαίτερα, όταν η δανειζόμενη χώρα βρίσκεται μπροστά σε αδιέξοδα.
Η «ανάπτυξη» της Ελλάδας και η έξοδος από την ύφεση και την κρίση, οφείλει και πρέπει να αποτελέσει το όραμα των πολιτών της για ένα καλύτερο αύριο ιδιαίτερα των γενεών οι οποίες ακολουθούν. Παράλληλα η ανάπτυξη αυτή είναι δυνατόν να γίνει η αφετηρία για μια νέα Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θα ενώσει τους λαούς – μέλη της ισότιμα και αλληλέγγυα δίδοντας τους προοπτική και ελπίδα για το αύριο, μέσα σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον στο οποίο σήμερα δυστυχώς κυριαρχεί η απληστία και η ασυδοσία των Αγορών.