Με την πίεση ιδιαίτερα της Γερμανίας
στο Eurogroup αναβλήθηκε η οριστική απόφαση
για την επίλυση του χρέους της Ελλάδας,
μέχρι της γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013. Από τη μελλοντική θέση της Κυβέρνησης
του Βερολίνου, η οποία θα προκύψει μετά την εκλογική διαδικασία, θα εξαρτηθεί η
συμμετοχή του κρατικού τομέα (το ονομαζόμενο OSI) στην αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό σημαίνει ότι οι ευρωπαϊκές
κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αναλάβουν
να περικόψουν μέρος της αξίας των ελληνικών ομολόγων τα οποία διακατέχουν. Αν
αυτό συμβεί τότε θα υπάρξει λύση στο ελληνικό πρόγραμμα, διαφορετικά ο κίνδυνος
ακούσιας χρεοκοπίας θα συνεχίζει να πλανάται πάνω από την Ελλάδα αλλά και την
Ευρώπη.
Το 2013 αναμένεται η Ελλάδα να
εμφανίσει ισοσκελισμένο πρωτογενή προϋπολογισμό, οι τόκοι όμως του ιδίου έτους θα επιφέρουν επιβάρυνση σε
δημοσιονομικό έλλειμμα κατά 5% με αποτέλεσμα τη διόγκωση του χρέους. Σήμερα το χρέος
της Ελλάδος κινείται στα επίπεδα του 177% του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) και
μετά από τη συμφωνία με το ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) και τους συμβιβασμούς
στο Eurogroup,
αναμένεται να μειωθεί στο 124% του ΑΕΠ το 2020. Το παράλογο όμως είναι, ότι το
2009 με χρέος στο 120% του ΑΕΠ, οδηγηθήκαμε από την τότε Κυβέρνηση στο αρχικό πρόγραμμα
στήριξης (Μνημόνιο Ι) με οδυνηρές συνέπειες για τη χώρα και τους πολίτες της,
γιατί το χρέος δεν ήταν βιώσιμο και οι Αγορές χρήματος έπαυσαν να μας χρηματοδοτούν.
Βασικές παράμετροι επιτυχίας του
νέου προγράμματος στήριξης (Μνημόνιο ΙΙΙ), εκτός από τη μείωση των δαπανών και
την αύξηση των εσόδων του Κράτους, είναι και η παραδοχή, ότι το ΑΕΠ της χώρας
θα αυξάνεται με ονομαστικό ρυθμό περίπου 4% το χρόνο από το 2015 και μετά και
ότι οι αποκρατικοποιήσεις θα επιφέρουν έσοδα ύψους 25δις ευρώ μέχρι το 2020. Ακόμη και αν η
Ελλάδα πετύχει τη μείωση του χρέους σε αυτό το ποσοστό επί του ΑΕΠ της και πάλι
αυτό θα εξακολουθήσει να μην είναι βιώσιμο. Σύμφωνα με την κρατούσα οικονομική άποψη
και την εμπειρία από άλλες χώρες θα πρέπει αυτό να είναι σε ποσοστό κάτω από το
90% του ΑΕΠ, ενώ κατά τη Συνθήκη της Λισαβόνας το ποσοστό έπρεπε να είναι ή να
πλησιάσει στο 60% του ΑΕΠ.
Ως μόνη λύση η οποία θα έχει ως
αποτέλεσμα τη μεγάλη μείωση του χρέους σε επιθυμητά επίπεδα εμφανίζεται η
διαγραφή του. Η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) δεν επιθυμεί την απομείωση της
αξίας του ελληνικού χρέους που διακατέχει καθώς εκτός από την ζημία την οποία
θα υποστεί θα αναμείξει τον καθαρά νομισματικό
της ρόλο στη δημοσιονομική πολιτική της Ευρωζώνης. Οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης
δεν επιθυμούν να ανακοινώσουν στους πολίτες
(ψηφοφόρους) τους ότι έχασαν χρήματα, επειδή αγόρασαν χρέος μέσω του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής
Σταθερότητας (ΕFSF).
Αναμφισβήτητα ο επίσημος τομέας που κατέχει τον κύριο όγκο του ελληνικού
χρέους, οφείλει να αναλάβει τη ζημία αν το ζητούμενο είναι η μείωση του
ελληνικού χρέους, ώστε να καταστεί βιώσιμο.
Το ζητούμενο είναι πότε ο
επίσημος ευρωπαϊκός τομέας (τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης) θα αποφασίσει να
αποδεχτεί την απομείωση του ελληνικού χρέους (το γνωστό ΟSI) και ιδιαίτερα η Γερμανία, η οποία
αντιδρά σε κάθε τέτοια συζήτηση πριν από τις εθνικές γερμανικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2013.
Δυστυχώς όμως, μέχρι να υπάρξει κινητικότητα στο θέμα της διαγραφής σημαντικού
ποσοστού του ελληνικού χρέους από τον επίσημο ευρωπαϊκό τομέα ώστε αυτό να
καταστεί βιώσιμο, η Ελλάδα αλλά και η ευρωζώνη είναι καταδικασμένες να
υφίστανται συνεχώς τον κίνδυνο μιας επικείμενης ακούσιας ελληνικής χρεοκοπίας με
ασύμμετρες επιπτώσεις άμεσα για την ευρωζώνη και ενδεχομένως για όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου