Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Η λύση του ελληνικού προβλήματος …


Η άποψη της εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ είναι μια επιλογή, η οποία πριν από δύο χρόνια θεωρείτο αδιανόητη ενώ σήμερα συζητείται μέσα στην ελληνική Βουλή. Πρέπει κάποια στιγμή να σοβαρευτούμε, κυρίως οι πολιτικοί, ώστε τελικά  να παραμείνουμε στη ευρωζώνη (παρά τα προβλήματά της), εφόσον είναι επιλογή μας και το πρώτο βήμα είναι να αντιληφθούμε πού ακριβώς βρισκόμαστε σήμερα. Δυστυχώς, ακόμη και αυτή τη κρίσιμη χρονική περίοδο ένα μεγάλο τμήμα της δημόσιας συζήτησης κινείται γύρω από εικασίες, σενάρια φαντασίας, αναβολές και θεωρίες συνωμοσίας.

Αποτελεί κοινή πεποίθηση στην Ε.Ε. ότι η ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη δεν έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Η αιτίαση δεν οφείλεται, στο  τότε έλλειμμα,  που ήταν 3,3% κι όχι 2,9%, όπως απαιτούσαν οι συνθήκες, αλλά στο γεγονός ότι η ελληνική οικονομία δεν ήταν σχεδιασμένη ώστε να επιβιώσει στις οικονομικές συνθήκες ανοιχτού ανταγωνισμού. Μετά την ένταξη το κυβερνών πολιτικό προσωπικό  δεν εκμεταλλεύτηκε τη νομισματική σταθερότητα και τα χαμηλά επιτόκια δανεισμού, για να βελτιώσει τις δομές του κράτους και να προσελκύσει γενικώς επενδύσεις σε επιλεγμένους τομείς, αντιθέτως αύξησε υπέρμετρα το δημόσιο και τον ιδιωτικό δανεισμό, δημιούργησε την υπερπροσφορά των ακινήτων και επέτρεψε τη αυτό-απασχόληση με τη δημιουργία μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων, οι οποίες εξυπηρετούσαν κυρίως την κατανάλωση, κατά βάση με εισαγόμενα προϊόντα.

Το 2010 με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών συνεχώς ελλειμματικό, το δημόσιο χρέος στο 120%, το έλλειμμα στο 15% και με αδυναμία δανεισμού από τις αγορές, οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, για να αποφύγουν ένα τεράστιο ντόμινο χρεοκοπίας που θα έπληττε καίρια τις τράπεζές τους, συμφώνησαν να μας δανείσουν αυτές αλλά και το ΔΝΤ (και με τη δική μας συνδρομή). Η συμφωνία προέβλεπε τρεις όρους: ότι θα επιτύχουμε να βάλουμε σε τάξη τα δημοσιονομικά, θα προχωρήσουμε σε εσωτερική υποτίμηση και θα προβούμε σε αλλαγή των βασικών δομών της οικονομίας, ώστε να γίνουμε ανταγωνιστικοί και να μην είμαστε συνεχώς υποχρεωμένοι σε εξωτερικό δανεισμό. Εμείς, αντί να σχεδιάσουμε τις ενέργειες που έπρεπε να κάνουμε, εξακολουθήσαμε να ενεργούμε  με την αφελή πεποίθηση ότι ο δανεισμός μας θα ήταν διαρκής  (γιατί συνεχίζουμε να έχουμε ελλείμματα ακόμη και σήμερα) και μάλιστα χωρίς ουσιαστικές επιπτώσεις για τη χώρα. Αντί λοιπόν η ελληνική πολιτική ηγεσία και η ελληνικές κοινωνικές αρχές  (εκπρόσωποι) να σχεδιάσουν τους κανόνες για δίκαιη κατανομή των φόρων, ώστε να μην πληρώνουν πάντα τα ίδια πρόσωπα, άρχισαν μια προσχηματική συζήτηση: «μνημόνιο» ή «αντιμνημόνιο» και «ποιοί πρέπει να είναι οι όροι για το τέλειο μνημόνιο», λες και να μπορούσαμε ή να μπορούμε να επιλέξουμε τον τρόπο διαβίωσής μας, σε μια οικονομία που εξακολουθεί να επιβιώνει με δανεικά από τρίτους.

Όποιος πολιτικός ή οικονομολόγος εξακολουθεί σήμερα να υποστηρίζει ότι η εσωτερική υποτίμηση θα μπορούσε να γίνει δίχως ύφεση, χωρίς ανεργία και περικοπές εισοδημάτων πλανάται οικτρά. Όμως θα ήταν δυνατόν να εκτιμηθούν ασφαλέστερα οι πραγματικές συνθήκες της ελληνικής οικονομίας και ο βαθμός της ύφεσης, ώστε να προβλεφθούν και να αμβλυνθούν οι αρνητικές επιπτώσεις. Στην Ε.Ε. και στο ΔΝΤ  έκαναν τους σχετικούς σχεδιασμούς τους, με βάση την ευρωπαϊκή εμπειρία (χώρες κεντρικής Ευρώπης). ΟΙ δανειστές μας  (τρόικα),  ίσως πίστευαν αρχικά  ότι οι διαρθρωτικές αλλαγές, θα είχαν άμεσα αποτελέσματα και οι στόχοι που έθεταν θα ήταν δυνατόν να υλοποιηθούν και να αποδώσουν σε  σύντομο χρονικό διάστημα. Γνώριζαν φυσικά ότι απαιτούσαν  μεγάλο κοινωνικό κόστος, αλλά δεν είχαν διανοηθεί ότι το τελευταίο αποτελούσε την αχίλλειο πτέρνα του ελληνικού πολιτικού συστήματος, το οποίο είχε στηριχθεί επί σειρά δεκαετιών σε πελατειακές σχέσεις.

Η ελληνική πολιτική ηγεσία, αντί να σχεδιάσει ένα αξιόπιστο σχέδιο, με βασικό στόχο να αλλάξει τη χώρα και τις δομές της,  ώστε να την οδηγήσει στην ανάπτυξη  ακολούθησε το λανθασμένο σχεδιασμό  της τρόικας (αποποίηση ευθυνών για τα μέτρα),  ενώ σε κάθε ευκαιρία έδειχνε ότι προσπαθεί να εξαπατήσει τους δανειστές μας (με τη μη εφαρμογή των συμφωνηθέντων και ψηφισθέντων). Στο μεταξύ, η φοροκαταιγίδα εξαγρίωνε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε συνδυασμό με την ανεργία οδηγούσε σε μια έκρυθμη κατάσταση την οποία το ελληνικό πολιτικό σύστημα αδυνατούσε να τιθασεύσει. Τα αποτελέσματα αυτής της λανθασμένης  πολιτικής, ήταν ακόμα και σωστά ελληνικά οικονομικά αιτήματα προς την τρόικα, όπως το να δοθεί μεγαλύτερος χρόνος προσαρμογής στη χώρα, ή η έκδοση του ευρωομόλογου ή ακόμη η ανάγκη να αυξηθεί η ρευστότητα της οικονομίας με άλλους τρόπους (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, Ευρωπαϊκό σχέδιο Ανάπτυξης Περιφερειών, Επενδύσεις επιχειρήσεων άλλων κρατών στη χώρα, κ.α.), υπονομεύονταν. Η πολιτική αυτή ήταν η αιτία που μας οδήγησε στη σημερινή κατάσταση, να θεωρούμαστε δηλαδή «ειδική περίπτωση» προς αποφυγή, να εφαρμόζουν σε βάρος μας πλήθος περιορισμών της εθνικής μας κυριαρχίας, προς παραδειγματισμό των υπολοίπων κρατών μελών της περιφέρειας με ελλείμματα και να κινδυνεύουμε με έξοδο από το ευρώ.

Σήμερα είναι γεγονός ότι δεν είναι εύκολο να μείνουμε στην ευρωζώνη, όντως σε αυτή την κατάσταση, ιδιαίτερα βέβαια με τις τελευταίες πολιτικές και στόχους δημοσιονομικής σταθερότητας (πειθαρχία - κυρώσεις) που έχουν αποδεχθεί σχεδόν όλα τα κράτη μέλη (και η χώρα μας), εκτός της Βρετανίας. Η παγκόσμια οικονομική κρίση είναι συστημική και απαιτεί από τα κράτη, να κάνουν επώδυνες προσαρμογές σε όλους τους τομείς  και εφόσον θεωρούν αδύνατον να νικήσουν σε έναν κατά μέτωπο πόλεμο τις Αγορές, αναγκαστικά υποτάσσονται αργά ή γρήγορα στις επιταγές τους. Η Ευρώπη αλλάζει και οδηγείται σε μια πιο σφικτή δημοσιονομική καταρχάς ένωση με στόχο σε βάθος χρόνου την ομοσπονδοποίηση της. Εμείς πρέπει να αποφασίσουμε αν θα ακολουθήσουμε τις επώδυνες αλλαγές που πρέπει να γίνουν  ή θα  ακολουθήσουμε ένα δικό μας μοναχικό δρόμο πλήρους αβεβαιότητας με ότι ήθελε προκύψει, όπως επιθυμούν κάποιες ελληνικές πολιτικές δυνάμεις. Βεβαίως το βασικό ερώτημα σήμερα είναι αν το υπάρχον πολιτικό προσωπικό και οι σημερινές δομές του ελληνικού κράτους είναι ικανά να μας οδηγήσουν από το τέλμα και την ύφεση στην ανάπτυξη και την πρόοδο.
 Όλοι μας πρέπει να αντιληφθούμε, όμως, ότι είτε με το ευρώ, ή τη δραχμή ή με οποιοδήποτε άλλο νόμισμα αποφασίσουμε να πορευτούμε ως κράτος θα πρέπει  να απαντήσουμε στα ίδια ερωτήματα: Πώς η ελληνική οικονομία θα αποκτήσει μια θέση στην παγκόσμια οικονομία; Και πως το ελληνικό κράτος θα αναδημιουργηθεί στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα με ένα νέο μοντέλο παραγωγικής ανάπτυξης ώστε να μας οδηγήσει στην ευημερία; Αυτά τα δύο ερωτήματα είναι σαφώς περισσότερο επωφελές για τους έλληνες πολίτες να προσπαθήσουμε να τα απαντήσουμε εντός της ευρωζώνης και όχι εντελώς ξεκομμένοι από την ευρωπαϊκή οικογένεια. Και αυτό γιατί θα είμαστε μέλη της ευρωζώνης ( με ότι αυτό σημαίνει σήμερα) και θα έχουμε ένα ισχυρό παγκόσμιο νόμισμα στα χέρια μας και μια κοινοτική αλληλεγγύη (με τα όποια προβλήματά της). Διαφορετικά με όποιο νόμισμα, και αν αποφασίσουμε να πορευτούμε σε μια μοναχική ανεξάρτητη πορεία, οι απαντήσεις θα πρέπει να δοθούν σ’ ένα περιβάλλον με έντονα προβλήματα στην καθημερινότητά μας. Είναι γνωστό ότι σήμερα εισάγουμε πρώτες ύλες (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) αλλά και βασικά καταναλωτικά αγαθά για τις ανάγκες μας και αυτό θα είναι προβληματικό με ένα εθνικό νόμισμα τα οποίο οι αγορές δεν θα το αποδέχονται. Οι βασικές ερωτήσεις τότε δεν είναι καθόλου διαφορετικές, από εκείνες που οφείλουμε να απαντήσουμε και σήμερα. Αν δηλαδή μπορούμε με το υπάρχον πολιτικό δυναμικό, τις κοινωνικές , συνδικαλιστικές  και λοιπές αρχές και την υπάρχουσα νοοτροπία, να αλλάξουμε  τη χώρα και τις δομές της ώστε να είναι «ισότιμη» με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες μέλη της ΕΕ. Και τέλος αν ως έλληνες πολίτες είμαστε διατεθειμένοι να αποδεχτούμε το σοβαρό κόστος αυτής της αλλαγής.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο σχεδιασμός της τρόικας οδηγεί την  Ελλάδα στο να γίνει μια χώρα με φθηνά προϊόντα και χαμηλούς μισθούς, και όχι στη χώρα η οποία θα παράγει ποιοτικά προϊόντα και θα παρέχει υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας με δυνατότητες εξαγωγής τους. Ήδη αναφέρουν ως χρονικό ορίζοντα ανάκαμψης την δεκαετία, με αμφίβολα βεβαίως αποτελέσματα (ήδη έχουν διαψευσθεί πολλές φορές), βασιζόμενη στην αποδεικνυόμενη αδυναμία να ακολουθηθούν από τον μηχανισμό του ελληνικού κράτους, με αξιοπιστία οι πολιτικές που μας ζητούν επίμονα να εφαρμόσουμε, αν και σε αρκετές η μη εφαρμογή προσκρούει και στη νομοθεσία. Είναι όμως καιρός και οι διάφοροι τεχνοκράτες να σταματήσουν να βλέπουν αριθμούς και αριθμοδείκτες, διότι πίσω από αυτούς κρύβεται ένας ολόκληρος λαός, ο οποίος σήμερα υφίσταται τα δεινά μιας κρίσης. Οι πολιτικές που έχουν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα ανέδειξαν την ανικανότητα και την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού, παρά την υψηλή φορολόγηση του ελληνικού λαού (μισθωτοί και συνταξιούχοι ως επί το πλείστον, να ισοσκελίσει έστω τον προϋπολογισμό (έσοδα = έξοδα).  Επιτέλους κάποιος πρέπει να αναλάβει να πει την αλήθεια στον ελληνικό λαό για το πώς φτάσαμε ως εδώ που ευθύνεται η μεθοδολογία και οι δομές και που ευθύνονται άτομα (σε κάθε επίπεδο της εξουσίας) τα οποία δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους και πολίτες οι οποίοι  φοροδιέφυγαν. Η απονομή της δικαιοσύνης πρέπει να γίνει άμεση χωρίς τις καθυστερήσεις του παρελθόντος και η δικαστική εξουσία, ως πόλος της δημοκρατίας οφείλει να καταδικάσει και να τιμωρήσει παραδειγματικά, όλους αυτούς που ευθύνονται  για την κατρακύλα της χώρας, ώστε να υπάρξει κάθαρση και κοινωνική δικαιοσύνη.

Ας σταματήσουμε λοιπόν να πιστεύουμε, ότι κάποιο τρίτοι θα μας σώσουν και να επιλέξουμε τις ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες λύσεις που αξίζουν στη χώρα, στην ιστορία της, στις νεότερες γενεές αλλά και στον εαυτό μας, τον Έλληνα πολίτη. Η χώρα χρειάζεται στόχους και σχέδια με βραχυπρόθεσμο αλλά και μακροπρόθεσμο ορίζοντα για να πετύχει. Στόχοι και  σχέδια θα πρέπει να υποστηριχθούν από μια ευρύτερη πλειοψηφία των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας καθώς και από τον ελληνικό λαό για να επιτύχει. Αν οι πολιτικοί εξακολουθήσουν να σκέφτονται και να δρουν κομματικά τότε δεν έχουμε καμιά ελπίδα σαν λαός και σαν έθνος.  Εάν δεν διαφοροποιηθούμε από το παρελθόν και ενωμένοι όλοι μαζί δεν προτείνουμε το «ελληνικό σχέδιο σωτηρίας», θα είμαστε άξιοι της τύχης που θα επιλέξουν για μας, χωρίς εμάς, οι τρίτοι (πιστωτές – πολιτικοί άλλων χωρών), οι οποίοι πρωτίστως θα ενδιαφέρονται άμεσα για το δικό τους εθνικό συμφέρον (επιστροφή των δανεικών – επενδύσεις χαμηλού κόστους και υπεραξίας των επιχειρήσεών τους) και δευτερευόντως,  ίσως, για την πραγματική ανάπτυξη και την πρόοδο της χώρας και των πολιτών της.

Ο ελληνικός λαός οφείλει να γνωρίζει πως φτάσαμε μέχρι εδώ. Με τη χρήση ενός ακέραιου και αντικειμενικού καθολικού πόθεν έσχες, με το σύγχρονο άνοιγμα των λογαριασμών όλων των πολιτών, στις ελληνικές και συνεργαζόμενες ξένες τράπεζες από το 1974 μέχρι σήμερα θα διαπιστωθεί ποιοί έχουν υποπέσει στο παράπτωμα της φοροδιαφυγής. Αυτοί θα κληθούν να καταβάλουν τους αναλογούντες φόρους, τα πρόστιμα και τους τόκους με εκποίηση και περιουσιακών τους στοιχείων αν αυτό απαιτεί η είσπραξή τους. Στη συνέχεια θα πρέπει να υπάρξει σχεδιασμός για νέο Σύνταγμα (μοντέρνο και δημοκρατικό), νέους κώδικες Νόμων (αστικό, εμπορικό, πτωχευτικό κ.α.), νέο δίκαιο και σταθερό φορολογικό σύστημα με ποινολόγιο και νέο οργανόγραμμα της εκτελεστικής εξουσίας (κράτους) αλλά και της νομοθετικής εξουσίας (Βουλή - Κυβέρνηση). Είναι φυσικό ότι για την επίτευξη όλων αυτών θα απαιτηθεί χρόνος και σημαντικές θυσίες, τις οποίες ο ελληνικός λαός θα υπομείνει, όταν θα γνωρίζει, ότι υπάρχει βάσιμη ελπίδα στην άκρη του τούνελ. 
  
Οι σκέψεις αυτές δεν εκπορεύονται από κάποια θεωρία φαντασίας αλλά αποτελούν την συμπυκνωμένη εμπειρία και τις απόψεις πολλών στελεχών επιχειρήσεων, οικονομολόγων, πανεπιστημιακών και οικονομικών συντακτών (μελών του ΔΙ.Α.Σ.), όπως αυτή έχει διατυπωθεί και κοινοποιηθεί με ομιλίες, άρθρα και συζητήσεις τους. Η προσπάθεια που έγινε στο παρόν άρθρο είναι να καταγραφεί αυτή η κραυγή αγωνίας των περισσοτέρων από εμάς  (υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων) και να αποτελέσει το σπινθήρα, ώστε επιτέλους αυτή η χώρα να αρχίσει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση χωρίς παλινωδίες και καθυστερήσεις. Τέλος διαπιστώνουμε για μια ακόμη φορά ότι επανερχόμαστε στο βασικό μας ερώτημα: Είναι δυνατόν η ελληνική κοινωνία σε όλα τα επίπεδά της να αλλάξει κατεύθυνση, να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος, να εξετάσει που και πως πραγματικά βρίσκεται σήμερα και να σχεδιάσει με υπευθυνότητα και αξιώσεις το μέλλον της; Η απάντηση του ερωτήματος αυτού αποτελεί ίσως και την ιδανική λύση του σύνθετου «ελληνικού προβλήματος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου