Ως οικονομικός πόλεμος είναι διεθνώς
αποδεκτό η κινητοποίηση του συνόλου των οικονομικών μέσων ενός κράτους ενάντια
σε άλλα κράτη, προκειμένου να αυξήσει την επιρροή του ή και να ανεβάσει το
επίπεδο της ζωής των κατοίκων του. Συγχρόνως με τον οικονομικό πόλεμο είναι
γνωστές στο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον
οι μάχες των πολυεθνικών εταιριών για την κατάκτηση νέων αγορών, για τη
βιομηχανική κατασκοπία, για τον πόλεμο των τιμών και άλλες στρατηγικές των επιτελείων
τους, με στόχο την αύξηση της κερδοφορίας, την επίτευξη κερδών για τους μετόχους
και bonus για τα στελέχη.
Ο οικονομικός πόλεμος δεν αποτελεί
καινοτομία της εποχής μας. Είναι αποδεκτό ότι όλοι οι «πόλεμοι» έχουν
οικονομική διάσταση λόγω των αιτιών τους, της ανάγκης χρηματοδότησής τους και
των συνεπειών τους. Συνήθης αίτιο των πολέμων αυτών αποτελούσε και εξακολουθεί η
κατάκτηση εύφορων εδαφών, η αρπαγή του ορυκτού πλούτου και ο έλεγχος
συγκεκριμένων εδαφών μεγάλης στρατηγικής σημασίας. Είναι γνωστοί από το πρόσφατο παρελθόν οι πόλεμοι για τα
μπαχαρικά, τον άργυρο και το χρυσό, το πετρέλαιο ή και για τον έλεγχο ναυτικών
οδών οι οποίοι πολλές φορές διεξήχθησαν χωρίς όπλα και στρατό.
Τις τελευταίες δεκαετίες η
οικονομική πληροφόρηση. αποτελεί ίσως το κύριο μέλημα ενασχόλησης εξειδικευμένων
τομέων τόσο σε κράτη, όσο και σε πολυεθνικές
εταιρίες. Είναι γνωστό ότι οι μυστικές υπηρεσίες αναζητούν οικονομικές
πληροφορίες και ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και οι μηχανές
αναζήτησης αποτελούν σημαντικές πηγές πληροφόρησης για τα κράτη και τις
εταιρίες. Η χρήση της πληροφόρησης στη συνέχεια χρησιμοποιείται για την
κατάκτηση μιας αγοράς ή ακόμη και ενός κράτους το οποίο αν τολμήσει να
αντισταθεί θα υποστεί οικονομικές κυρώσεις πολλαπλών μορφών και είδους.
Στην Ευρώπη, τον οικονομικό
πόλεμο φαινομενικά διεξάγει η Γερμανική πολιτική ελίτ με τους συνοδοιπόρους της
σε βάρος κυρίως ευρωπαϊκών κρατών της Μεσογείου. Στην πράξη όμως αποτελεί συνδυασμό σύμπραξης κράτους
και πολυεθνικών εταιριών κυρίως όμως γερμανικών συμφερόντων. Βεβαίως οφείλουμε
να παραδεχθούμε ότι οι «νότιοι» της Ευρώπης έπεσαν οι ίδιοι στην παγίδα των
χαμηλών επιτοκίων της ευρωζώνης τα οποία οδήγησαν σε υπέρμετρο δανεισμό
κεφαλαίων κυρίως προς κατανάλωση με τις ευλογίες των Κυβερνήσεων, αντί να
χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη των οικονομιών τους.
Η Ελλάδα αποτέλεσε σε αυτό των
οικονομικό πόλεμο μία πραγματικά ιδιάζουσα περίπτωση γιατί αφενός το χρέος της ήταν
δημόσιο και αφετέρου επειδή της προσφέρθηκαν κεφάλαια τα οποία υπερέβησαν κατά πολύ
τη δυνατότητα της χώρας να τα αποπληρώσει, έστω και σε βάθος χρόνου. Στις παγκόσμιες
αγορές χρήματος κρατικές αλλά και ιδιωτικές, κανείς δεν προσφέρει χρήματα χωρίς να έχει κάποιο αντίστοιχο κέρδος και
φυσικά την απόσβεση του κεφαλαίου του. Αυτό αποδεικνύει, ότι ο δανεισμός της χώρας
έγινε διότι υπήρχε η σχετική πληροφόρηση της δυνατότητας αποπληρωμής του χρέους
της.
Το σχέδιο εξελίχθηκε με επιτυχία
με τη σύμπραξη δυστυχώς της εγχώριας οικονομικής και πολιτικής ελίτ, τα δε αποτελέσματά
του είναι γνωστά σε όλους. Η Ελλάδα σύρθηκε στη θερμή αγκαλιά του ΔΝΤ, το οποίο
μαζί με την ΕΚΤ και τα κράτη της ευρωζώνης
άρχισαν να χρηματοδοτούν το χρέος
ουσιαστικά όμως προφύλασσαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των χωρών τους, τα
οποία είχαν εκτεθεί στα ελληνικά ομόλογα. Στη συνέχεια βέβαια φρόντισαν να
μετατρέψουν το νέο χρέος σε οφειλές προς
Κράτη και να το υπαγάγουν στο Αγγλοσαξονικό δίκαιο (αποικιοκρατικό) το οποίο προστατεύει
ιδιαιτέρως τους δανειστές.
Το χειρότερο στην περίπτωση της Ελλάδας
ήταν, η υποβολή των ιδιαίτερα αυστηρών όρων
δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω των νέων
δανειακών συμβάσεων (μνημονίων) και η επιβολή τριμελούς επιτροπής εποπτείας
(τρόικα), η οποία επιβλέπει μέχρι και σήμερα την ορθή τήρηση των συμφωνηθέντων.
Παράλληλα μετά την μεταβίβαση τους χρέους από τα χρηματοπιστωτικά τους ιδρύματα
στα κράτη εξανάγκασαν τη χώρα να προβεί σε κούρεμα του ιδιωτικού χρέους της, το
οποίο όμως έθιξε κατά ένα πολύ υψηλό ποσοστό τα ελληνικά ταμεία κοινωνικής ασφάλισης,
τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους Έλληνες
επενδυτές.
Η δημοσιονομική προσαρμογή είχε
ως βασικό στόχο να σταματήσει τη χώρα να παράγει ελλείμματα στον προϋπολογισμό της,
το οποίο σημαίνει το δημόσιο να ξοδεύει ότι αυτό εισπράττει από φόρους. Η
επίτευξη του στόχου οδήγησε στην υπέρμετρη φορολόγηση της πλειοψηφίας των
Ελλήνων πολιτών αλλά και των επιχειρήσεων με αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας
και τη μείωση της κατανάλωσης. Παράλληλα υπήρξε και σημαντική περικοπή των
δημοσίων επενδύσεων καθώς και μεγάλη καθυστέρηση καταβολής, εκ μέρους του
Δημοσίου, των πάσης φύσεως οφειλών του η οποία και επέτεινε το ήδη αρνητικό
κλίμα.
Ορισμένοι από τους δανειστές και
οι εγχώριοι υποστηρικτές τους, προσπαθούν να πείσουν ότι το αυστηρό και άκαμπτο
πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής
πέτυχε και μάλιστα το αποδεικνύουν με την εμφάνιση έστω και αριθμητικά πρωτογενούς πλεονάσματος. Με την ανακοίνωσή του, η πολιτική ελίτ άρχισε
να υπόσχεται τη διανομή του σε ομάδες πολιτών με ιδιαίτερα προβλήματα και
παράλληλα ζήτησε από τους πιστωτές κράτη- μέλη της ΟΝΕ να ενεργοποιηθεί η ρήτρα
για το «κούρεμα» του χρέους. Φυσικά στο σημείο αυτό άρχισαν οι αντιρρήσεις και
οι αιτιάσεις για την ύπαρξη ή μη πρωτογενούς πλεονάσματος.
Η ύπαρξη του πρωτογενούς
πλεονάσματος στηρίζεται κυρίως στην είσπραξη των φόρων, στην αναστολή πληρωμών
του Κράτους στην εγχώρια αγορά, στην επιστροφή κερδών από τα ελληνικά ομόλογα της
ΕΚΤ. Οι εταίροι πιστωτές μας με εμπειρία από τις παλαιότερες στατιστικές
αλχημείες επιζητούν την επαλήθευση των στοιχείων από την Ευρωπαϊκή Στατιστική
Αρχή. Είναι γνωστό ότι το όποιο «κούρεμα» του χρέους δεν θα μειώνει ουδόλως το
δανειακό κεφάλαιο, αλλά θα αφορά το επιτόκιο και τη χρονική περίοδο αποπληρωμής
του και αυτό γιατί η μείωση είναι πολιτικά δύσκολο να ψηφισθεί κοινοβουλευτικά.
Η πλειονότητα των Ελλήνων Πολιτών
παραμένει θύμα αυτού του οικονομικού πολέμου. Ο βομβαρδισμός από τα ΜΜΕ δημιουργεί
σύγχυση και αντιλήψεις οι οποίες υποτάσσουν τη σκέψη. Οι πολιτικές και
οικονομικές ελίτ μάχονται με κάθε μέσο για να παραμείνουν στην εξουσία και να
ελέγχουν το γίγνεσθαι. Η προστασία του Συντάγματος τηρείται οριακά και διαστρεβλώνεται
από νέα νομοθεσία την οποία παράγει η Βουλή. Οι διάφοροι πολιτικοί αρκούνται σε
ρητορείες, σε διαπιστώσεις, σε καταγγελίες και σε ανέφικτες οικονομικά και
πολιτικά λύσεις στο βασικό πρόβλημα ανασύστασης της ελληνικής οικονομίας.
Ο σχεδιασμός της οικονομικής
κατάκτησης είναι επιστημονικός και άριστα οργανωμένος. Μείωση των δημόσιων ελλειμμάτων
με υπερφορολόγηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων με ταυτόχρονη ελάττωση στο κατώτατο
όριο των πάσης φύσεως κοινωνικών παροχών, αύξηση της ανταγωνιστικότητας με
μείωση μισθών και των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων και αύξηση του δανεισμού,
ώστε αφενός να εξοφλούνται στο ακέραιο κυρίως οι υποχρεώσεις του Ελληνικού Κράτους
προς τους ίδιους, αλλά και αφετέρου η υπέρμετρη αύξηση του «νέου χρέους» να
καταστήσει τη χώρα υποχείριο των οικονομικών τους συμφερόντων.
Βεβαίως εξακολουθούμε να έχουμε
την ελευθερία μας και τη δυνατότητα της ψήφου, αλλά έχουν φροντίσει να
περιορίσουν τις επιλογές μας, ώστε να μας κάνουν πειθήνια πιόνια τους. Αυτό
άλλωστε είναι και το τίμημα του σημερινού οικονομικού πολέμου, με στόχο την
υποθήκη του προνομιούχου οικοπέδου το οποίο ονομάζεται Ελλάδα. Αν θα καταφέρουν
το στόχο τους εξαρτάται από το πόσο οι πολίτες αυτής της χώρας θα παραμένουν
άπραγοι και παθητικοί βλέποντας το μέλλον τους να καταστρέφεται και την ελπίδα
του τόπου τη νέα γενιά να οδηγείται στην ξενιτειά για την εξεύρεση εργασίας.
Στο γενικότερο ευρωπαϊκό πλαίσιο
αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν και οι χώρες του «νότου» της Ευρώπης. Αν
καταφέρουν να ενώσουν τις πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις τους και τα
συμφέροντά τους κάτω από ένα κοινό στόχο έχουν ελπίδα νίκης, σε διαφορετική
περίπτωση η στρατηγική «διαιρώ και βασιλεύω» θα επικρατήσει με δυσμενή
αποτελέσματα. Δυστυχώς ο «οικονομικός πόλεμος» απέδειξε ότι από την Ευρώπη της αλληλεγγύης
και της καθολικής οικονομικής ανάπτυξης και ευμάρειας, έχουμε οδηγηθεί στην
Ευρώπη των συμφερόντων κυρίως των ευρωπαϊκών πολυεθνικών εταιριών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου